Μάαστριχτ, Φεβρουάριος 1992. Ο Κ. Μητσοτάκης ανάμεσα στον Α. Σαμαρά και τον Ε. Χριστοδούλου

Ο Ευθύμιος (Τίμος) Χριστοδούλου διαδέχθηκε τον Δημήτρη Χαλικιά στις 20 Φεβρουαρίου 1992. Δυο βδομάδες νωρίτερα, στις 7 του μηνός, είχε υπογράψει, ως υπουργός οικονομικών, για λογαριασμό τής Ελλάδας την περίφημη συνθήκη τού Μάαστριχτ (μαζί με τον τότε υπουργό εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά). Ο νέος διοικητής της ΤτΕ προσπάθησε να μείνει στα χνάρια του Χαλικιά, επιμένοντας κι αυτός να μιλάει για ιδιωτικοποιήσεις, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και δημοσιονομική προσαρμογή, αν και η κομματική του τοποθέτηση φαινόταν έντονα (*), καθώς στις δυο εκθέσεις που πρόλαβε να κάνει ως διοικητής της ΤτΕ, έστρεψε τα βέλη του κατά του ΠαΣοΚ ενώ ήταν πολύ συγκαταβατικός με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Στην έκθεση για το 1991, αφού επισημαίνει ότι το δημόσιο χρέος έφτασε από το 32,8 του ΑΕΠ το 1981 στο 98,3% το 1991, αναφέρει, μεταξύ άλλων:

«Οι επιδόσεις αυτές της ελληνικής οικονομίας οφείλονται, σε σημαντικό βαθμό, στην οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της περιόδου (ενν. την προηγούμενη δεκαετία). Οι προσπάθειες που έγιναν κατά καιρούς, ιδιαίτερα κατά τη διετία της εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος 1986-1987, αποδείχθηκαν βραχείες -επειδή εγκαταλείφθηκαν πρόωρα- και ανεπαρκείς. (…) Αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής αυτής της περιόδου ήταν η ελληνική οικονομία να αποκλίνει αντί να συγκλίνει προς τις επιδόσεις των κοινοτικών μας εταίρων».

Την επόμενη χρονιά, ο Χριστοδούλου αφήνει το ΠαΣοΚ και επαινεί την κυβέρνηση: «Μετά από τρία έτη συνεχούς προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, έχουν εμφανιστεί ενθαρρυντικά σημεία και διαγράφονται θετικές προοπτικές, παρά τις γενικά αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στην παγκόσμια οικονομία. (…) Η απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος και της κίνησης κεφαλαίων έχει επιταχυνθεί. Μεγάλα έργα υποδομής έχουν ξεκινήσει, στηριζόμενα εν μέρει στους κοινοτικούς χρηματοοικονομικούς πόρους, οι οποίοι προβλέπεται να αυξηθούν σημαντικά στα επόμενα έτη».

Όμως, είναι σαφές ότι ο Χριστοδούλου τα λέει όλα αυτά για να χρησιμεύσουν ως κομματικές «αβάντες». Καθώς η χώρα έχει ήδη μπει σε διαδικασία ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και, συνεπώς, οφείλει να προβεί στις απαραίτητες προσαρμογές, ο διοικητής τής ΤτΕ δεν μπορεί να μη σημειώσει αποκλίσεις και προβλήματα:«Ωστόσο, οι κεντρικοί στόχοι της οικονομικής πολιτικής, συγκεκριμένα η δραστική μείωση του πληθωρισμού και η επίτευξη ικανοποιητικού, σταθερού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης, δεν έχουν ακόμα επιτευχθεί. Σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, που συνδέονται με τη δομή της εγχώριας παραγωγής, την έλλειψη σύγχρονης υποδομής, το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνική ασφάλιση, τη λειτουργία της αγοράς εργασίας και την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, δεν έχουν επιλυθεί».

Αξίζει τον κόπο να μείνουμε λίγο στα παραπάνω λόγια. Η πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να δείξει ότι ο διοικητής της ΤτΕ κάνει αυστηρές παρατηρήσεις στην κυβέρνηση. Όμως, μια δεύτερη, πιο προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι ο Χριστοδούλου «σπρώχνει» τον Μητσοτάκη να επιταχύνει τις -νεοφιλελεύθερης φιλοσοφίας, επαναλαμβάνω- προσαρμογές που ήθελε κι ο Χαλικιάς. Σημειώστε ότι εδώ μπαίνουν ζητήματα που από τότε είχε στο μάτι η ενωμένη Ευρώπη, όπως το ασφαλιστικό, το εκπαιδευτικό και το «λιγώτερο κράτος».

Στο μεταξύ, η ΟΝΕ τρίζει. Το Σεπτέμβριο του 1992, η Αγγλία με την Ιταλία εγκαταλείπουν τον μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών ενώ μέσα σε λίγους μήνες αναπροσαρμόζονται οι κεντρικές ισοτιμίες της λιρέττας, του μάρκου, του γαλλικού φράγκου και του ολλανδικού φιορινιού (**). Η αβεβαιότητα δημιουργεί έντονη κρίση και η δραχμή δέχεται ισχυρές πιέσεις, που έχουν τις ανάλογες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Η ΤτΕ αναπροσαρμόζει την νομισματική της πολιτική και η κυβέρνηση την φορολογική της και ο κίνδυνος αποσοβείται, έστω και με απώλειες: «η άμβλυνση των οικονομικών ανισορροπιών δεν ήταν σύμφωνη με τις αρχικές προβλέψεις (…) η περιστολή των κρατικών δαπανών ήταν μόνο εν μέρει αποτέλεσμα μέτρων για την εξυγίανση του δημόσιου τομέα και, σε σημαντικό βαθμό, οφειλόταν στην επιβολή πρόσθετης φορολογίας και αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών. Αυτό όμως προκάλεσε επιτάχυνση της ανόδου του δείκτη τιμών καταναλωτή, με αποτέλεσμα να μην περιοριστεί τελικά ο πληθωρισμός στο επίπεδο που είχε αρχικά προβλεφθεί».

Όσο κι αν ο Χριστοδούλου προσπαθεί να μη κακοκαρδίσει την κυβέρνηση, τα στοιχεία είναι σαφή. Ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει μεν στο 15,8% (από 22,9% το 1990 και 18% το 1991) αλλά στην Κοινότητα τρέχει μόνο με 4,3% ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ξεπερνάει για πρώτη φορά τα 2 δισ. δολλάρια (από 1,5 δισ. το 1991). Το ευχάριστο, κατά τον διοικητή της ΤτΕ, ήταν ότι «ο κρατικός προϋπολογισμός για πρώτη φορά το 1992 εμφάνισε πρωτογενές πλεόνασμα 253 δισ. δραχμών», όμως αυτό οφειλόταν σε δυο χοντρά κονδύλια που εισέρρευσαν στα δημόσια ταμεία από τις περιβόητες πωλήσεις της «ΑΓΕΤ Ηρακλής» (που είχε κρατικοποιηθεί επί Αρσένη) στην ιταλική Καλτσεστρούτσι και των δικαιωμάτων κινητής τηλεφωνίας στην Πάναφον και την Τελεστέτ (στον κρατικό ΟΤΕ απαγορεύτηκε η συμμετοχή στον διαγωνισμό!). Πάντως, εν όψει αυτών των πωλήσεων, στον προϋπολογισμό προβλεπόταν πλεόνασμα 380 δισ. δραχμών, άρα σημειώθηκε αστοχία περίπου 130 δισεκατομμυρίων.

Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη απώλεσε την δεδηλωμένη και παραιτήθηκε. Οι εκλογές τής 10ης Οκτωβρίου 1993 επανέφεραν το ΠαΣοΚ στην εξουσία και έστειλαν τον Ευθύμιο Χριστοδούλου σπίτι του (τρόπος του λέγειν). Στην θέση του, ο Ανδρέας Παπανδρέου τοποθέτησε τον παλιό καραμανλικό βουλευτή και υπουργό Γιάννη Μπούτο (***) με Α’ υποδιοικητή τον μέχρι τότε οικονομικό σύμβουλο της τράπεζας Λουκά Παπαδήμο.

25/6/2010: Ο Ευθύμιος Χριστοδούλου στην ετήσια γενική συνέλευση της Eurobank EFG


(*) Ο Τίμος Χριστοδούλου είχε διατελέσει επί κυβερνήσεως Γεωργίου Ράλλη διοικητής της Εθνικής Τράπεζας (1979-1981). Με την Νέα Δημοκρατία εκλέχτηκε τρεις φορές ευρωβουλευτής (1984, 1989, 1994) ενώ την περίοδο 1990-1992 διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός εθνικής οικονομίας. Από το 2004 μέχρι το 2009 ήταν πρόεδρος της «Ελληνικά Πετρέλαια – ΕΛΠΕ» (με ετήσιες αποδοχές 140.000 ευρώ, αφού το 2007 δεν δέχτηκε την αύξηση σε 200.000 που του πρότεινε η εταιρεία) συμφερόντων Λάτση ενώ έχει διατελέσει και πρόεδρος της Eurobank, επίσης συμφερόντων Λάτση.

(**) Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1979 ως το 1990, το μάρκο ανατιμήθηκε έξι φορές, ακριβώς όσες υποτιμήθηκε η λιρέττα κατά την ίδια περίοδο. Επειδή οι ανατιμήσεις και οι υποτιμήσεις ενός νομίσματος μιας χώρας αντανακλούν την δυναμική τής οικονομίας της, αυτό και μόνο το φαινόμενο αρκεί για να καταδείξει το σαθρό υπόβαθρο του ευρώ.

(***) Ο Γιάννης Μπούτος αποχώρησε το 1989 από την Νέα Δημοκρατία λόγω διαφωνίας του με τον Μητσοτάκη και πήρε μεταγραφή στο ΠαΣοΚ με το οποίο εκλέχτηκε αμέσως βουλευτής επικρατείας.


Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top