Ο χρόνος είναι αμείλικτος. Μοιάζει με μια καλοκουρδισμένη μηχανή που τα γρανάζια της γυρίζουν αενάως και αδυνατούν να σταματήσουν ή έστω, να μπλοκάρουν προσωρινά.

Γράφει ο Γεώργιος Νάκας* 

Στο πέρασμά του δαμάζει τα πάντα. Έτσι και τώρα, ετοιμάζεται να αποθέσει το παρόν έτος στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Προτού, όμως, μεταβεί στη νέα ημερολογιακή χρονιά μένει να πατήσει στην τελευταία του κατοικία, τον μήνα Δεκέμβριο, έναν μήνα ο οποίος έχει μια ιδιαίτερη αίγλη και παρέχει κάποια έμπνευση στους ανθρώπους. Οι λόγοι ποικίλλουν αλλά θα προσπαθήσω να απαριθμήσω δυο-τρεις που περνούν αβίαστα από τις λεωφόρους(ή τα σοκάκια) της σκέψης μου.

Κατ’ αρχάς, η έλευση του Δεκέμβρη, του τελευταίου μήνα του έτους, συνιστά, για ορισμένα άτομα, εφαλτήριο ώστε να επιδοθούν σε μια ανασκόπηση της χρονιάς που σιγά-σιγά ξεθωριάζει και παραχωρεί τη σκυτάλη της στην επόμενη. Αυτή η αναπόληση περιλαμβάνει εμβριθή αναστοχασμό και ενδελεχή αυτοαξιολόγηση με σκοπό το άτομο να σταθμίσει τις επιλογές που έκανε, να ζυγίσει τις συμπεριφορές του απέναντι στους συνανθρώπους του και να ερμηνεύσει τις πράξεις του. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ο άνθρωπος έχει την τάση να διατηρεί μία θετική αυτοεικόνα, οπότε σε λίγες περιπτώσεις θα αποδοκιμάσει τον εαυτό του ή θα στηλιτεύσει τις ενέργειές του. Εν τέλει, αυτό που θα πράξει είναι να αποθησαυρίσει τις καλύτερες στιγμές και εμπειρίες του καθώς και να τις καρφιτσώσει σε κάποια περίοπτη θέση στο κάδρο της μνήμης του.

Δεύτερον, ο ερχομός του Δεκέμβρη δε συνδέεται μονάχα με τη διαδικασία αποτίμησης των πεπραγμένων αλλά και με την εγχάραξη, το λάξευμα της μελλοντικής γραμμής που θέλει να ακολουθήσει ο άνθρωπος. Το νέο έτος αρχίζει να αχνοφαίνεται και ο γεμάτος ενέργεια και οράματα άνθρωπος πρέπει να καταρτίσει ορισμένα μεγαλόπνοα σχέδια, να θέσει καινούριους στόχους και να βάλει πλώρη για νέες Ιθάκες. Έτσι, λοιπόν, με περισσή όρεξη και αισιοδοξία ξεκινά να διατυπώνει τις αρτιγενείς επιδιώξεις του, οι οποίες πολλές φορές φαντάζουν αναρίθμητες, υπερβολικές ενώ αρκετά συχνά ετικετοποιούνται ως κούφιες και μωροφιλόδοξες. Εν τούτοις, αυτό, δε θεωρείται κάτι παράδοξο διότι, όπως επισημαίνει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Εμίλ Ντυρκέμ, «ο άνθρωπος πάσχει από την νόσο των άπειρων προσδοκιών». Ακόμα κι αν κάποιες από αυτές τις επιθυμίες καθίστανται ανέφικτες ή ουτοπικές, το δικαίωμα στο όνειρο παραμένει αναφαίρετο για τον οποιονδήποτε.

Ο τρίτος και πιο περιώνυμος λόγος, για τον οποίο ο Δεκέμβρης ασκεί μια γοητεία στους ανθρώπους, είναι το περίφημο «πνεύμα» των Χριστουγέννων. Στην εποχή μας αυτό μεταφράζεται ως εξής: περίλαμπρα και ολόφωτα χριστουγεννιάτικα δέντρα, τα οποία έχουν ένα επαρκές(αλίμονο!) ανάστημα και δεσπόζουν επιβλητικά σε τόσο γιορτινά(κάρτες, αυτοκολλητάκια, ποικιλόχρωμα φωτάκια, παραφουσκωμένοι Αϊ-Βασίληδες) στολισμένα σπιτικά, που αν κάποιος διαβάτης τα παρατηρήσει εξωτερικά, νομίζω ότι θα κινδυνεύσει να αποτυφλωθεί από την ακτινοβολία και το σελάγισμα που εκπέμπουν. Φυσικά, το όλο σκηνικό γίνεται πολύ πιο ρομαντικό και ειδυλλιακό αν είναι τοποθετημένο σε ένα πάλλευκο, χιονισμένο φόντο. Δεν ξέρω, βέβαια, κατά πόσο είναι εξίσου ποιητική η εικόνα των φαινομενικά «αθώων» νιφάδων να καλύπτουν με το κάτασπρο πέπλο τους μια αρμαθιά αστέγων και ρακένδυτων ανθρώπων.

Παραμένοντας στο χριστουγεννιάτικο «πνεύμα» και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται(ή μετουσιώνεται) στις ημέρες μας, αυτό που προσλαμβάνεται δια γυμνού οφθαλμού είναι ότι προωθείται και αναδεικνύεται ένας τύπος ανθρώπου ο οποίος αφήνεται ασύδοτα, ανεξέλεγκτα και ξέφρενα, να διασκορπίζεται στα εμπορικά κέντρα και τα μαγαζιά. Εκεί, οφείλει να εμπλουτίσει την ιματιοθήκη του(ολιγοδάπανα και παλιά «κουρέλια» δεν ενδείκνυνται για τέτοιες εορταστικές περιστάσεις) και να αγοράσει δώρα για τα αγαπημένα του πρόσωπα, ώστε να υπάρξει η απαραίτητη σύσφιγξη. Πιθανολογώ πως η ανθρωπιά περισσεύει στους περισσότερους από τους δεσμούς που συνάπτονται μεταξύ των ατόμων, οπότε τα «καλούδια» που ανταλλάσσουν είναι το εύλογο επιστέγασμα σε μια άρτια δομημένη σχέση.

Επιπλέον, αυτό το «πνεύμα» από το οποίο εμφορούνται οι άνθρωποι, έχει μια έντονα θρησκευτική χροιά και εκφράζει την χαρά και την ευγνωμοσύνη που σκόρπισε στο γένος μας η γέννηση του Θεανθρώπου. Μολαταύτα, παρά την δεδηλωμένη παρουσία τόσων εκατομμυρίων πιστών, ο τόνος που βασιλεύει στους καιρούς μας είναι ευκρινέστατα αντιθρησκευτικός και αθεϊστικός. Η γιορτή αυτή, κατά το δόγμα του χριστιανισμού, θαρρώ πως συνεπάγεται μια κατάνυξη, μια ευλάβεια και μια ένθερμη φροντίδα για την τόνωση και τον εξευγενισμό της ψυχής. Αντίθετα, η ύπαρξή της δίνει απλά το έναυσμα στον εσωτερικά κενό χριστιανό να αδράξει στιγμές καλοπέρασης, παχαίνοντας ατάραχος με την αμβροσία που του προσφέρεται σε διάφορα συμπόσια και ανταγωνιζόμενος με αξιοσημείωτη αντοχή τον Θεό Διόνυσο ως προς τις επιδόσεις στην οινοποσία και την κραιπάλη.

Όσα ανέδειξα ακροθιγώς στις τελευταίες παραγράφους, μου προξενούν την αμυδρή εντύπωση πως, ίσως έχουμε «βαφτίσει» λανθασμένα τις λέξεις, αφού έχουμε μετονομάσει την χριστουγεννιάτικη υλοφροσύνη σε χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Φαίνεται, δηλαδή, ότι το πνεύμα, για το οποίο νιώθουμε τέτοια προσμονή και αγαλλίαση, συρρικνώνεται και διαψεύδεται άσπλαχνα από την ύλη που μας περιβάλλει. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό αναπόδραστη καθώς η τεχνοκρατία και ο ματεριαλισμός μας έχουν μολύνει και έχουν εξαπλωθεί μεταστατικά σαν καρκίνωμα στον οργανισμό της κοινωνίας. Το μόνο που μας απομένει πλέον, για να αντισταθούμε έστω και λίγο, είναι να χορηγήσουμε στους εαυτούς μας αντισώματα πνευματικής και ηθικής σύστασης. Και ποια εποχή είναι η καταλληλότερη για την επιτέλεση αυτού του έργου αν όχι τα μαγευτικά Χριστούγεννα, δεν νομίζετε;

*Πτυχιούχος της παιδαγωγικής σχολής ΑΠΘ και μεταπτυχιακός φοιτητής στην κατεύθυνση της διδακτικής της γλώσσας και της λογοτεχνίας.

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top