Οικουμενική κυβέρνηση ζητά η αντιπολίτευση, συναίνεση η Κυβέρνηση, υλοποίηση των μνημονιακών (παλαιών και νέων ) δεσμεύων της Χώρας οι δανειστές και έξοδο από την κρίση ο Ελληνικός Λαός.

Πόσο αντίθετα μεταξύ τους είναι όλα αυτά; Είναι ασυμβίβαστα ή υπάρχει κοινός τόπος συνάντησής τους;

Προκείμενου να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, το οποίο είναι κατά τη γνώμη μου καθοριστικό για τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις και κατ’ επέκταση για το μέλλον της Χώρας μας, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε αφενός ποιες είναι οι εμπλεκόμενες δυνάμεις και οι στόχοι τους και αφετέρου ποιος είναι ο υπέρτερος Σκοπός που πρέπει να υπηρετηθεί.

Τα πολιτικά κόμματα στο Εθνικό Κοινοβούλιο είναι λίγο πολύ γνωστά, όπως γνωστό είναι και το παρελθόν τους. Αυτό που δεν είναι, όμως, γνωστό είναι το μέλλον τους.

Θα παρουσιάσω αρχικά τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων πολιτικών κομμάτων μέχρι σήμερα, όπως τουλάχιστον εγώ τον αντιλαμβάνομαι, επιχειρώντας να καταδείξω την διαφορετική τους στρατηγική και στόχευση και στη συνέχεια θα επιχειρηματολογήσω επί του αποπροσανατολιστικού ψευτοδιλήμματος «Οικουμενική Κυβέρνηση ή καταστροφή». Το χαρακτηρίζω ως «αποπροσανατολιστικό ψευτοδίλημμα» διότι το πραγματικό δίλλημα είναι ένα: συναίνεση επί ενός σχεδίου για το συμφέρον του ελληνικού Λαού ή συναίνεση επί ενός σχεδίου για το συμφέρον των δανειστών αφού ως Υπέρτατο Σκοπό αναγνωρίζω μόνο την επιβίωση του Λαού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, τα χρόνια της κρίσης και ως αποτέλεσμα αυτής, μετασχηματίστηκε από ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ του 3,5% σε ΣΥΡΙΖΑ του 36% εκφράζοντας ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού Λαού που είναι αντίθετο στη συνεχή υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής του, στην φτωχοποίηση και εξαθλίωσή του, στην εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, στην ανυπαρξία κοινωνικής δικαιοσύνης, στη διαφθορά της κοινωνικής-πολιτικής-οικονομικής ζωής.

Μετά τις εκλογές του Γενάρη του 2015 η Κυβέρνηση ΣΥΙΡΖΑ-ΑΝΕΛ τίμησε την εμπιστοσύνη του ελληνικού Λαού και έκανε πράξη τις προεκλογικές της δεσμεύσεις για μη αποδοχή των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. Δεν υπέγραψε την προληπτική πιστωτική γραμμή στήριξης που είχε δεχτεί η προηγούμενη συγκυβέρνηση ως απόρροια των μνημονίων, δεν ολοκλήρωσε την 5η αξιολόγηση, δεν νομοθέτησε την άτυπη παράταση που πήρε για να διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις, δεν αιτήθηκε στους δανειστές καταβολή των δόσεων που εκκρεμούσαν, δεν έλαβε χρήματα από τους δανειστές, δεν αποπλήρωσε δόσεις προς τους δανειστές, νομοθέτησε μέτρα ενάντια στις επιταγές των δανειστών.

Με την πολιτική που άσκησε δεν νομιμοποίησε έμμεσα ή άμεσα τα μνημόνια αλλά αντίθετα, εν τοις πράγμασι, τα κατήγγειλε. Οτιδήποτε διαφορετικό έπραττε εντός χρονικών πλαισίων του 2ου μνημονίου –έληγε τον Ιούνιο- θα σήμαινε τηνde facto αποδοχή των μνημονίων 1 & 2.

Μετά από εξαντλητικές διαπραγματεύσεις μηνών αρνήθηκε να υπογράψει την πρόταση Γιουνγκέρ και προχώρησε σε δημοψήφισμα ζητώντας από τον ελληνικό Λαό να επανεπιβεβαιώσει την βούλησή του για κατάργηση του μνημονίου 2 που υπεγράφη ως συνέχεια του μνημονίου 1 και εξ αυτού του λόγου δέσμευε τα κόμματα που το υπέγραψαν και για το μνημόνιο 1 (η ΝΔ δεν είχε υπογράψει το 1ο μνημόνιο αλλά πώς να το υπογράψει άλλωστε αφού δεν υπεγράφη στη Βουλή). Όταν αποδέχεσαι την ισχύ μιας σύμβασης που αποτελεί συνέχεια μιας άλλης αποδέχεσαι εξ ορισμού και την αρχική.

Στην περίπτωση που η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την πρόταση Γιουνγκέρ πριν το δημοψήφισμα, θα την υπέγραφε εντός χρόνου εφαρμογής του μνημονίου 2 και εξ αυτού του λόγου θα αποδεχόταν την ισχύ των μνημονίων 2 & 1. Αυτό το ιστορικό λάθος όχι μόνο δεν το διέπραξε αλλά με το δημοψήφισμα που προκήρυξε έδωσε στον ελληνικό Λαό τη δυνατότητα να καταγγείλει με τον πλέον κατηγορηματικό και αμετάκλητο τρόπο τα μνημόνια 1 & 2 και τις πολιτικές που απέρρεαν από αυτά. Μια καταγγελία που, δια του τρόπου που εκφράστηκε, έχει αξία Συνταγματικής Επιταγής που δεν ακυρώνεται, ούτε αλλοιώνεται.

Με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στις αποσκευές του και με δεδομένη την ανυπαρξία προετοιμασίας για έξοδο της Χώρας από το ενιαίο νόμισμα (αναρωτιέμαι πόσοι από αυτούς που ψήφισαν ΟΧΙ στο δημοψήφισμα επιθυμούσαν την πλήρη ρήξη με την ΕΕ και την έξοδο της Χώρας από το Ευρώ) ο Πρωθυπουργός κ Τσίπρας πέτυχε μια συμφωνία για τριετή χρηματοδότηση της Χώρας, μια υπόσχεση για νέα δανειακή σύμβαση (δεν υπεγράφη δανειακή σύμβαση) που αποτυπώθηκε, ως είθισται, σε ένα κείμενο υπό τον τίτλο memorandum of understanding-μνημόνιο κατανόησης. Ανέκαθεν υποστήριζα ότι πρόβλημα είναι οι δανειακές συμβάσεις από τις οποίες απορρέουν τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια ξέχωρα από τις δανειακές συμβάσεις.

Το Μνημόνιο της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αποτελεί κατ’ οιοδήποτε τρόπο συνέχεια των προηγούμενων αφού ούτε νομικά ούτε χρονικά συνδέεται με τα προηγούμενα. Αποτελεί νέο μνημόνιο επί της υπόσχεσης μιας νέας δανειακής σύμβασης που περιέχει νέους όρους, νέο δίκαιο και νέους συμβαλλόμενους. Το να υποστηρίζει κάποιος ότι αποτελεί 3ο μνημόνιο σημαίνει ότι αποδέχεται ότι η νέα δανειακή σύμβαση αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων γεγονός που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας η Κυβέρνηση ανέλαβε δεσμεύσεις τις οποίες τις έθεσε υπό την κρίση του ελληνικού Λαού στις εκλογές του Σεπτέμβρη. Έπεισε το εκλογικό σώμα και πέτυχε να σχηματίσει Κυβέρνηση με το κόμμα των ΑΝΕΛ παρά τις προσπάθειες που έγιναν (δημοσκοπήσεις παρουσίαζαν ντέρμπι τις εκλογές, όλα τα συστημικά μέσα προσπαθούσαν να πείσουν για κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΠΟΤΑΜΙ) να καταστεί αυτό αδύνατο.

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχοντας την εντολή του ελληνικού Λαού υλοποιεί τις δεσμεύσεις της και επιχειρεί να λύσει τα τεράστια χρόνια προβλήματα της Χώρας όπως το φορολογικό, η διαφθορά, το ασφαλιστικό. Αντιλαμβανόμενη την ιστορική της ευθύνη επιχείρησε στο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών, που με δική της πρωτοβουλία συγκλήθηκε, υπό τον αξιότιμο κύριο Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εξασφαλίσει στοιχειώδη συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων όχι επί ενός έτοιμου σχεδίου για το ασφαλιστικό και την αναθεώρηση τού Συντάγματος αλλά επί την ανάγκης συνεργασίας και συνεννόησης για τα τόσο σημαντικά αυτά θέματα. Γι’ αυτό πρότεινε τη δημιουργία Ειδικών Επιτροπών για την επεξεργασία ενός σχεδίου αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων εισπράττοντας την άρνησή τους και την πρόταση-πρόσκλησή τους για σχηματισμό Οικουμενικής Κυβέρνησης.


Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, το ιστορικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, που θα διακινδυνεύσω την πρόβλεψη ότι έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο, μετατράπηκε τα χρόνια της κρίσης από κόμμα του 44% σε κόμμα του 28% (τα ποσοστά δεν λένε την αλήθεια καθώς σε πραγματικά νούμερα η απώλεια δυνάμεων είναι πάρα πολύ μεγαλύτερη) καθώς κρίθηκε από τους πολίτες υπεύθυνο για την συνέχιση της πολιτικής που ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ επί Γιώργου Παπανδρέου. Παρά τις αντιμνομηνιακές του θέσεις, όπως αυτές εκφράστηκαν στα περίφημα Ζάππεια, όταν το εμπιστεύτηκε ο ελληνικός Λαός στις εκλογές του 2012 μετάλλαξε την πολιτική του συνεχίζοντας αυτή των προηγούμενων. Επέβαλε, παραβιάζοντας κατάφορα το Σύνταγμα (ΠΝΠ, προεδρικά διατάγματα, κατάργηση της νομοθετικής λειτουργίας της Βουλής) το μνημόνιο 2 που ήταν απόρροια της δεύτερης αντισυνταγματικής δανειακής σύμβασης την οποία αποδέχτηκε ως συνέχεια της πρώτης. Μετά τις εκλογές του Γενάρη του 2015 η στρατηγική της κινήθηκε από την μία στην κριτική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να συνεχίσει να κυβερνά στον δρόμο που οι προηγούμενες κυβερνήσεις χάραξαν, από την άλλη στο πώς θα υπονομεύσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με στόχο το σύνθημα «Πρώτη φορά Αριστερά» να μετατραπεί σε «Πρώτη και Τελευταία φορά Αριστερά», να αποτελέσει η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «αριστερή παρένθεση».

Με κάθε ευκαιρία το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης δήλωνε την πίστη του στο πρόγραμμα των δανειστών. Κανείς δεν θα ξεχάσει τις επαφές στελεχών της με τους «θεσμούς», τις παροτρύνσεις της για bank run, τη μάχη που έδωσε στο δημοψήφισμα υπέρ του ΝΑΙ για την άνευ όρων παράδοσης της Χώρας στους δανειστές. Κανείς δεν θα ξεχάσει την θετική της ψήφο στη συμφωνία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τον Αύγουστο μέσω της οποίας επιχείρησε να παρουσιάσει την συμφωνία για μια δανειακή σύμβαση που ΘΑ λάβει η Χώρα ως 3ο μνημόνιο, συνέχεια των προηγούμενων δύο, όταν ο πολύς κος Σόιμπλε, μετά το δημοψήφισμα, δήλωνε σωστά ότι τα προηγούμενα μνημόνια έληξαν και η διαπραγμάτευση ξεκινά από μηδενική βάση.

Κανείς δεν θα ξεχάσει την στρατηγική της στις εκλογές του Σεπτέμβρη, όπως εκφράστηκε από τον προσωρινό της Πρόεδρο κ Μεϊμαράκη, για μετεκλογική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ στη λογική «και αυτοί είναι σαν εμάς», «μαζί με εμάς η νέα Κυβέρνηση θα εξασφαλίσει τη συνέχιση της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των δανειστών». Υπολόγιζαν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών δεν θα επέτρεπε στον ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει Κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή τους. Έκαναν λάθος. Ο ελληνικός Λαός τους διέψευσε.

Από το σημείο εκείνο και έπειτα αυτό που κυριαρχεί στον πολιτικό λόγο της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι μια αντικυβερνητική-αντιμνημονιακή ρητορική και η προσφορά της να συνδράμει στα πλαίσια μια Οικουμενικής Κυβέρνησης για την έξοδο της Χώρας από την κρίση, κρίση την οποία οι ίδιοι δημιούργησαν και γιγάντωσαν.

Αντίστοιχη τακτική ακολούθησαν τόσο το ΠΑΣΟΚ, που άνοιξε το «σπίτι» του στην κυβερνητική ΔΗΜΑΡ, όσο και το Ποτάμι. Ακόμη δεν μπορούν να καταλάβουν οι ηγεσίες των δύο κομμάτων πώς δεν κατάφεραν να αυξήσουν τα ποσοστά τους στις πρόσφατες εκλογές ώστε να «κόψουν» ποσοστά από τον ΣΥΡΙΖΑ και να επιβάλλουν μετεκλογική κυβέρνηση με τη συμμετοχή τους αφού τα «κουκιά» σε ΣΥΙΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν θα «έβγαιναν» και θα υποχρεωνόταν ο κ Τσίπρας να ζητήσει την συνεργασία τους, εγκλωβίζοντας τον στις πολιτικές τους. Διαψεύστηκαν και αυτοί από τις επιλογές του ελληνικού Λαού. Και αυτοί, συντονισμένοι στις επιθυμίες των δανειστών, τάσσονται μαζί με την ΝΔ υπέρ του σχηματισμού Οικουμενικής Κυβέρνησης ως τη μόνη λύση για την (άκουσον άκουσον) έξοδο της Χώρας από την Κρίση.

Τι διαφορετικό όμως θα εξυπηρετούσε ο σχηματισμός μιας Οικουμενικής Κυβέρνησης για τα συμφέροντα του ελληνικού Λαού από ότι η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ;

Προσωπικά δεν είμαι αντίθετος στον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργίας ακόμη και αν αυτές λέγονται Κυβερνήσεις Εθνικής Σωτηρίας ή Οικουμενικές. Είμαι, όμως, αντίθετος στο να παρουσιάζεται ως απαραίτητος ή αναγκαίος ο σχηματισμός τους χωρίς προηγούμενα να έχει διαμορφωθεί ένα εθνικό πλαίσιο δράσης υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού Λαού στο οποίο όλοι να συμφωνούν.

Ακόμη και αν ο Πρωθυπουργός της Χώρας ζητούσε να σχηματιστεί Οικουμενική Κυβέρνηση, ποιο Εθνικό Πρόγραμμα θα καλούνταν αυτή να υπηρετήσει; Το πρόγραμμα της πλήρους υποταγής στα κελεύσματα των δανειστών υπέρ των οποίων επιχειρηματολογούν συστηματικά τα κόμματα της ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ ή το πρόγραμμα των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το οποίο ο ελληνικό Λαός εμπιστεύτηκε σε δύο εκλογικές μάχες και ένα δημοψήφισμα; Αν κανένα από τα δύο, τότε ποιο; Ένα νέο; Πώς θα προκύψει αυτό αν προηγούμενα δεν υπάρξει στοιχειώδης συνεννόηση και συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων για την εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα τής Χώρας;

Η συζήτηση περί Οικουμενικής, που τα συστημικά μέσα και η αντιπολίτευση έχουν ξεκινήσει, αποτελεί ανεκπλήρωτο διακαεί πόθο των δανειστών της Χώρας και δεν αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός Εθνικού Σχεδίου υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού Λαού. Αν αυτός ήταν ο στόχος τότε κανείς από την Αντιπολίτευση δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την Κυβερνητική πρόσκληση για συναίνεση στην διαμόρφωση κοινών θέσεων υπέρ των συμφερόντων της Χώρας. Η συναίνεση επί ενός Εθνικού Σχεδίου θα οδηγούσε νομοτελειακά σε Οικουμενική Κυβέρνηση καθώς το σχέδιο αυτό θα εξέφραζε τα συμφέροντα όλων των Ελλήνων και θα έπρεπε να εκφραστεί θεσμικά από μια Κυβέρνηση η οποία θα είχε την στήριξη όλων των κομμάτων και στην οποία θα μετείχαν οι εκπρόσωποι όλων των Ελλήνων στο Εθνικό Κοινοβούλιο.

Η συζήτηση περί Οικουμενικής στην παρούσα φάση, χωρίς την προϋπόθεση που έθεσα, αποσκοπεί στον περιορισμό της δυνατότητας της παρούσας Κυβέρνησης να επιχειρήσει να θέσει ένα τέλος στην κρίση υπέρ των συμφερόντων του ελληνικού Λαού.

Αποσκοπεί στο να «μπουν στο παιχνίδι της εξουσίας οι παλιοί παίχτες» που το ευρωπαϊκό σύστημα και οι δανειστές εμπιστεύονται ώστε να ολοκληρωθεί το σχέδιο τους για μετατροπή της Χώρας σε γερμανικό προτεκτοράτο, σε αποικά χρέους.

Αποσκοπεί στην νομή της εξουσίας ώστε το παλιό κατεστημένο να προστατεύσει εκ των έσω τα συμφέροντα των εγχώριων εντολέων τους που κινδυνεύουν από την παρούσα Κυβέρνηση αλλά να προστατεύσουν και τους εαυτούς από τις πολιτικές και ποινικές ευθύνες που έχουν.

Αποσκοπεί στο να χαθεί κάθε ελπίδα που τρέφει ο ελληνικός Λαός στην Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ότι «αυτοί δεν είναι σαν όλους τους προηγούμενους» και θα συνεχίσουν να εργάζονται υπέρ της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, υπέρ της Δημοκρατίας, υπέρ της Εθνικής Ανεξαρτησίας.
«Στημένο το παιχνίδι και γνωστό, μα εγώ να ξέρεις δε φοβάμαι»

Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top