Το 1985 εκτυλισσόταν ως τραγωδία για την ελληνική οικονομία με όλους τους μακροοικονομικούς δείκτες να χειροτερεύουν.

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έφτασε στο 10% του ΑΕΠ, ενώ μέχρι τότε κυμαινόταν σε -επίσης υψηλά- επίπεδα από 5% έως 6,4%. Το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κι άλλο. Το ισοζύγιο πληρωμών επιδεινώθηκε. Η εισροή άδηλων πόρων (κυρίως εμβάσματα μεταναστών) μειώθηκε για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Ο πληθωρισμός πήγαινε φουριόζος για 25%. Οι δανειακές ανάγκες του δημοσίου, από το πολύ υψηλό 15,6% επί του ΑΕΠ του 1984 αναμένονταν να ξεπεράσουν το 18%. Η πιστωτική επέκταση φαινόταν ότι θα ξεπερνούσε κατά 6 ή 7 μονάδες τον στόχο του 21,3%. Όσο για το χρέος, πήγαινε για εκτραχηλισμό: από τα σκάρτα 4,5 δισ. δολλάρια του 1978, θα άγγιζε τα 15 δισ. στο τέλος της χρονιάς.

Καθώς ήταν σαφές ότι η κατάσταση ήταν αδιέξοδη και η σύνταξη του προϋπολογισμού του 1986 θα καθίστατο άλυτος γρίφος, ο Ανδρέας Παπανδρέου πήρε την μεγάλη απόφαση να επισπεύσει τις εκλογές. Κι αφού τις κέρδισε άνετα (με το σύνθημα «για ακόμη καλύτερες μέρες»), προχώρησε σε πλήρη αναδιάρθρωση της οικονομικής του πολιτικής, εφαρμόζοντας ένα «πρόγραμμα σταθερότητας» διετούς διάρκειας, το οποίο ανακοινώθηκε στις 11/10/1985.

Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο κι όσο κι αν κάποιοι δυσανασχετούν μ’ αυτή την διαπίστωση, το πρόγραμμα σταθερότητας που ανέλαβε να βγάλει πέρα ο διάδοχος του Αρσένη στο υπουργείο εθνικής οικονομίας, ο Κώστας Σημίτης, είχε έντονα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά (*): πάγωμα εισοδημάτων (μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων) για δυο χρόνια (με απόλυτη απαγόρευση χορήγησης αυξήσεων ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα), ιδιωτικοποιήσεις, κίνητρα προς το ξένο κεφάλαιο για επενδύσεις στην Ελλάδα, αναστολή των συμβάσεων εργασίας, μείωση κοινωνικών παροχών, άρση ορισμένων περιορισμών στις απολύσεις κλπ.

Επρόκειτο για το μεγαλύτερο οικονομικό σοκ που γνώριζε η ελληνική κοινωνία μετά το 1953. Ακολούθησε θύελλα πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων και το μέχρι τότε πανίσχυρο ΠαΣοΚ κλυδωνίστηκε. Παρά το ότι η Χαριλάου Τρικούπη διέγραψε εβδομήντα συνδικαλιστές και η ΓΣΕΕ διασπάστηκε, η αναταραχή δεν έλεγε να κοπάσει. Λάδι στην φωτιά έρριξε και ο χολωμένος Αρσένης, ο οποίος κατήγγειλε την κυβέρνηση για ιδεολογική μεταστροφή και για υιοθέτηση ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται στην εξαθλίωση των λαϊκών μαζών. Από δίπλα, η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη υιοθετούσε έναν άκρατο λαϊκισμό, διοργανώνοντας εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και καταγγέλλοντας την κυβέρνηση για λήψη αντιλαϊκών μέτρων (!). Όμως, ούτε ο Παπανδρέου ούτε ο Σημίτης υποχώρησαν.

Η έκθεση του Χαλικιά στις αρχές τού 1987 είναι εξαιρετικά σημαντική. Κατ’ αρχήν, ο διοικητής της ΤτΕ κατακεραυνώνει απροκάλυπτα την οικονομική πολιτική όλων των τελευταίων ετών και επικροτεί ευθέως το πρόγραμμα σταθερότητας: «Η νέα οικονομική πολιτική ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της πολιτικής της βαθμιαίας προσαρμογής της οικονομίας, η οποία εφαρμόστηκε στα τελευταία χρόνια χωρίς όμως ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πρόκειται για τομή στη μεταπολεμική οικονομική πολιτική που, εφόσον συμπληρωθεί με κατάλληλα μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής και εφαρμοστεί στα επόμενα χρόνια με συνέπεια, θα επηρεάσει αποφασιστικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό γιατί στηρίζεται στην ορθή διάγνωση ότι οι δυσκολίες συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με διαρθρωτικές ανισορροπίες, αλλά συγχρόνως είναι συνέπεια της εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε στο παρελθόν, σε μακροοικονομικό όσο και σε μικροοικονομικό επίπεδο».

Με την δική του αστική προοπτική, ο Χαλικιάς δεν είχε άδικο που ήταν χαρούμενος. Ο πληθωρισμός είχε πέσει από το 25% του 1985 στο 16,9% το 1986 (έναντι στόχου 16%), το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών υποχώρησε από τα 3,3 δισ. δολλάρια στα 1,7 δισ. (ακριβώς στον στόχο) και οι καθαρές δανειακές ανάγκες του δημοσίου μειώθηκαν κατά 3,9% (κοντά στον στόχο του 4%). Θετικό, κατά τον Χαλικιά, ήταν και το ότι οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 8%, αν και τον στενοχωρούσε λίγο το γεγονός ότι η ιδιωτική κατανάλωση όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε και κατά 0,8%, κάτι που τον ώθησε στο συμπέρασμα ότι είτε μειώθηκαν υπέρμετρα οι αποταμιεύσεις είτε αυξήθηκαν τα εισοδήματα από την παραοικονομία (**).

Από την άλλη, ίσως ο διοικητής θα έπρεπε να είναι λίγο πιο προσγειωμένος. Σημαντικό ρόλο στις επιδόσεις του προγράμματος σταθερότητας έπαιξαν οι αλματωδώς βελτιούμενες διεθνείς συγκυρίες, όπως η κατακόρυφη πτώση της τιμής του πετρελαίου, η ραγδαία μείωση της τιμής του δολλαρίου και η παρατεταμένη μείωση των επιτοκίων στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, υπήρχε και ένα δυσάρεστο φαινόμενο που δεν έλεγε να αμβλυνθεί: το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών. Παρά το ότι τον Οκτώβριο του 1985 η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 15% και το πρόγραμμα καθιέρωσε την επιβολή χρηματικών προκαταβολών στις εισαγωγές από 40% έως 80%, η διείσδυση των εισαγομένων βιομηχανικών προϊόντων αυξήθηκε, κάτι που αποδείκνυε την ανεπάρκεια της εγχώριας παραγωγής.

Παρένθεση. Αποκαλυπτική είναι η στάση του γνωστού συντηρητικού δημοσιογράφου Νίκου Νικολάου, ο οποίος, γράφοντας στην Καθημερινή, στήριξε τότε αναφανδόν τον Σημίτη και το πρόγραμμά του, σε σημείο που ο Μητσοτάκης διαμαρτυρόταν στην Ελένη Βλάχου. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Νικολάου έγραψε: «Όμως το τίμημα αυτών των θετικών εξελίξεων υπήρξε βαρύ και πληρώθηκε κυριολεκτικά με το αίμα των εργαζομένων. Σημειωτέον ότι ακόμη και σήμερα, 20 χρόνια μετά, οι απώλειες αυτής της διετίας δεν έχουν αναπληρωθεί (…) οι σημερινοί μισθοί κινούνται στα επίπεδα του 1984 και η ανισοκατανομή του ΑΕΠ συνεχίζεται. Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα του Σημίτη εξάντλησε όλη την επιρροή του στην αποτροπή της συναλλαγματικής κρίσης και στην άνοδο των επιχειρηματικών κερδών, αφήνοντας άθιχτες όλες τις παθογένειες της οικονομίας και αμετάβλητη τη δομή της». Κλείνει η παρένθεση.


Εφημερίδα Ταχυδρόμος, Κυριακή 13/10/1985. Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει από την Παρασκευή τα μέτρα λιτότητας του προγράμματος σταθερότητας και τα όργανα έχουν ήδη αρχίσει να χτυπούν σε όλη την χώρα


Το πρόγραμμα σταθερότητας ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1987 και ο Σημίτης άφησε την θέση του στον Παναγιώτη Ρουμελιώτη, δηλώνοντας ευχαριστημένος που η προσπάθεια απέδωσε καρπούς (***). Όμως, υπήρχαν και οι κακές πλευρές της κατάστασης, όπως η νέα αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 6,4% και οι έντονα ανοδικές τάσεις των δανειακών αναγκών τού δημοσίου. Σημειωτέον ότι η αύξηση της κατανάλωσης συνδυάστηκε με αύξηση των καταθέσεων, γεγονός που αποδεικνύει ότι η παραοικονομία έκανε θραύση. Ο Χαλικιάς έσπευσε να συστήσει στην κυβέρνηση «δημοσιονομική πειθαρχία και συνετή νομισματική και εισοδηματική πολιτική».

Κάπως έτσι πήγαιναν τα πράγματα καθώς έμπαινε το καλοκαίρι του 1988, με τον πρωθυπουργό να βρίσκεται σε μόνιμη απουσία λόγω των πολύ σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Τότε ήταν που έσκασε η βόμβα με την κατάρρευση της Τράπεζας Κρήτης, μια βόμβα την ισχύ της οποίας κανείς δεν μπορούσε τότε να υπολογίσει.

cogito ergo sum

(*) Όταν γράφαμε την «Ανατομία του νεοφιλελευθερισμού», αφιερώσαμε ειδικό κεφάλαιο στα όσα έγιναν εκείνη την περίοδο στον τόπο μας, με τίτλο «Ο πρώιμος ελληνικός νεοφιλελευθερισμός«.

(**) Είτε και τα δυο, θα συμπληρώναμε εμείς.

(***) Για την ακρίβεια, το πρόγραμμα το ολοκλήρωσε με το ζόρι ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κατά μία εκδοχή, ο ηγέτης του ΠαΣοΚ καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κερδίσει τις επόμενες εκλογές αν το πρόγραμμα συνεχιζόταν. Έτσι, εντελώς ξαφνικά, κήρυξε την λήξη του προγράμματος, εξαναγκάζοντας τον Σημίτη σε παραίτηση. Κατά μια δεύτερη εκδοχή, ο Παπανδρέου επενέβη για να προλάβει την ύφεση στην οποία θα οδηγούσε η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική και ενώ ήδη η παγκόσμια οικονομία έμπαινε σε υφεσιακή τροχιά. Πάντως, το 1988 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,5%, σημειώνοντας την μεγαλύτερη αύξηση της δεκαετίας.


Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top