Είναι 6 Δεκεμβρίου 2008. Ξημερώματα. Σε λίγες ώρες ένας ειδικός φρουρός στα Εξάρχεια πρόκειται να κάνει κάτι αποτρόπαιο, μα κανείς δεν το ξέρει ακόμα. Σε ένα διαμέρισμα στην Πάτρα, ένας άντρας βλέπει τον ήλιο να εμφανίζει σιγά-σιγά τις γρίλιες του παντζουριού και κουκουλώνεται ακόμα περισσότερο. Δίπλα η γυναίκα του ροχαλίζει. Κι εκείνος, με τα μάτια ορθάνοιχτα κάτω από τις κουβέρτες, αναρωτιέται πού θα βρει τη δύναμη να σηκωθεί σήμερα από το κρεβάτι.

Για την κουλτούρα στην οποία μεγάλωσε αυτός ο άντρας, η μέρα της ονομαστικής εορτής του καθενός είναι η λαμπρότερη του χρόνου, πιο πάνω από τα ξενόφερτα γενέθλια. Καθώς έξω ξημερώνει του Αγίου Νικολάου, ο Νίκος Νικολόπουλος αφήνει πίσω του μια νύχτα που δεν έκλεισε μάτι, αναθυμούμενος μία προς μία τις αντίστοιχες γιορτάρες μέρες του παρελθόντος: το γλυκό μπρούσκο κρασί που κέρναγε με τις νταμιτζάνες όταν ήταν Πρόεδρος νομαρχιακής επιτροπής της ΟΝΝΕΔ Χίου… τα σαράντα αρνιά που έβαλε για κέρασμα ανήμερα του Άη-Νικόλα λίγους μήνες πριν εκλεγεί δημοτικός σύμβουλος Πάτρας… το μποτιλιάρισμα που έφερε η κοσμοσυρροή στο γραφείο του 6 Δεκέμβρη του ’93, την πρώτη χρονιά που γιόρταζε το όνομά του ως εκλεγμένος βουλευτής Αχαϊας… και τόσες ακόμα μυριάδες αναμνήσεις: να δέχεται ευχετήρια τηλεφωνήματα για τη γιορτή του από ανθρώπους που τον έτρεμαν κι επιζητούσαν την εύνοιά του επειδή Εκείνος ήταν ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, ο Γραμματέας Συνδικαλισμού του κόμματος, οΓραμματέας στη κεντρική διοίκηση Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων.

Μα όλα αυτά είναι αναμνήσεις. Επειδή σήμερα, 6 Δεκεμβρίου 2008, ο Νίκος Νικολόπουλος γιορτάζει το όνομά του ως ένας απλός πολίτης. Στις εκλογές του 2007 απέτυχε να βγει βουλευτής, πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια θητείας. Είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που θα γιορτάσει ως εξόριστος και δεν το σηκώνει αυτό ο οργανισμός του.

Και τότε ήταν που το θυμήθηκε.

Πέταξε τα σκεπάσματα και γράπωσε τη γυναίκα του από το μπράτσο. Η επαφή με το ζυμαρένιο δέρμα δεν έπαυε ποτέ να τον ανατριχιάζει λίγο, αλλά τώρα δεν έδωσε σημασία. “Πως τον λένε αυτόν τον ανιψιό σου που έχει κάμερα και ξέρει να φτιάχνει ταινίες;” τη ρώτησε τρεις φορές μέχρι εκείνη να ξυπνήσει εντελώς.

Επειδή ο Νίκος Νικολόπουλος είχε τώρα ένα σχέδιο.

Το σχέδιό του συνοπτικά πήγαινε κάπως έτσι: σαν δωδεκάχρονη που βλέπει τις συμμαθήτριές της να είναι πιο δημοφιλείς κι έχει σκυλιάσει, ο Νικολόπουλος χρειαζόταν επιβεβαίωση και τη χρειαζόταν ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ. Θα πήγαινε λοιπόν στο γραφείο του, θα άπλωνε μπροστά του δύο σταθερά τηλέφωνα και τρία κινητά, θα έβαζε έναν φουκαρά να τον τραβάει με κάμερα όσο τον καλούσαν σε αυτά τα τηλέφωνα για να του ευχηθούν για τη γιορτή του και μετά θα ανέβαζε το βίντεο στο YouTube τρίβοντας άρα στα μούτρα ολόκληρου του γαμημένου του πλανήτη πόσο ποθητός εξακολουθεί να είναι.

Το αποτέλεσμα έμεινε στην αιωνιότητα ως Onomastikh eorth-6-11-2008 (sic, επειδή είναι τόσο γτπκ ο Νικολόπουλος που ούτε την ημερομηνία της γιορτής του δεν μπορεί να πετύχει) και τα δέκα λεπτά του αποτελουν μια βουτιά χωρίς προηγούμενο στα έγκατα του εντερικού συστήματος του σύγχρονου Ελληνικού κράτους, που καθηλώνει με την ωμότητά της και σου κρατά το σαγόνι σφιχτά κλειστό καθώς ξερνάς και ξαναξερνάς. Κανένας Οικονομίδης και κανένας Παζολίνι δεν θα μπορούσαν να ιχνογραφήσουν τις οικογενειακές, πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις του Νεοελληνισμού με την ακρίβεια που το πετυχαίνει ο άγνωστος δημιουργός αυτού του βίντεο.

Αυτό είναι το πρώτο πλάνο:


Ούτε δύο δευτερόλεπτα και με μια μόνο εικόνα έχεις ήδη μεταφερθεί στο γραφείο πολιτικού που γιορτάζει. Η ουισκάρα, το Ντραμπούι που είναι για να είναι και θα μείνει σφραγισμένο, το πλαστικό ποτηράκι, τα μελομακάρονα που έχουν τσιμεντοποιηθεί, ξηροκάρπια, καραμελίτσες, χαρτοπετσετίνι με ρόδο.

Και μετά σκάει ο Νικολό και αρχίζει να φχαριστεί:


Είναι όλα εκεί. Ένα κλειστοφοβικό γραφείο διακοσμημένο με Φόβο του Κενού και Παναγίτσες, όπου ένα ταμπλό βιβάν ρουσφετιών περιμένει υπομονετικά τη σειρά του για να υπενθυμίσει στον Διοριστή πως υπάρχει και πως εννοείται θα κάτσει στην ουρά για να του φιλήσει το χέρι. Μια σύζυγος που το έχει δουλεμένο στην προπόνηση να σηκώνει τηλέφωνα και να του κάνει πάσα δίνοντας κωδικά τις απαραίτητες πληροφορίες για το ποιος είναι στη γραμμή, ένα αγοράκι ντυμένο βλαχοβουλευτής – και, πάνω από όλους και απ’ όλα, εκείνος: ο Πρωταγωνιστής.

Ο Νικολόπουλος δεν είναι απλά ένα βλακόμουτρο Πατρινός. Ο Νικολόπουλος είναι το πικρό και κατάμαυρο απόσταγμα 178 ετών ύπαρξης του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα. Είναι ο Πολιτικάντης. Το κέντρο βάρους ενός χαωτικού συστήματος στο οποίο όλοι θέλουν κάτι από όλους, η κόλλα που συγκρατεί μεταξύ τους Στρατηγούς, Υπουργούς, Προέδρους της Νομαρχιακής, τύπους από το επιμελητήριο και τη βιβλιοθήκη, Κατερίνες στις οποίες ξέρει πως πρέπει να στείλει “πολλά φιλάκια” και Σεβασμιότατους που καλά θα κάνουν να χαίρονται την αρχιεροσύνη τους.

Είναι αυτός που πήγε μπροστά στη ζωή επειδή διαθέτει την ικανότητα να χαιρετάει έναν μουστακαλή λέγοντας “Μάρω μου, Μάρω μου”. Κονεδιάρης και γλυκομίλητος και ξέρει τί παίζει παντού – ενώ ταυτόχρονα γειώνει χωρίς δεύτερη κουβέντα την πλέμπα αν δει πως στο άλλο τηλέφωνο τον περιμένει κάποιος που βρίσκεται πιο ψηλά στην τροφική αλυσίδα. Κανονίζει ταξίδι στη Μόσχα με καλόγερο καθώς κερνάει μελομακάρονα σε παιδάκια τα οποία έφεραν οι γονείς τους για να προσκυνήσουν τον κοτζαμπάση και στο φόντο χαζογελάει ένα μπούας που πιθανόν θέλει (ή έλαβε ήδη) διορισμό/μετάθεση στο Στρατό/οικοδομική άδεια – και παραπίσω η κυρά του σηκώνει τηλέφωνα:


Και όλα αυτά χωρίς να είναι καν βουλευτής. Και την ίδια μέρα που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος. Ψάξε και δεν θα βρεις άλλο βίντεο που να είναι πιο πηχτό σε πολιτικά νοήματα από αυτό,

Leo Ellion

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top