Τι προβλέπουν τα άρθρα 2 και 28 του Ελληνικού Συντάγματος;

Παγκοσμίως, τα πολιτεύματα σήμερα είναι ως επί το πλείστον, δημοκρατικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή Αντώνη Μακρυδημήτρη, δημοκρατικό είναι το πολίτευμα το οποίο και συνεπάγεται την αυταπόδεικτη συμμετοχή των πολλών στη λήψη των αποφάσεων. Δηλαδή, το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εκείνο το πολίτευμα στο οποίο κυβερνούν οι πολλοί˙ όχι ένας (μοναρχία, δεσποτεία), όχι οι λίγοι (ολιγαρχία, αριστοκρατία), όχι ο στρατός (δικτατορία) κ.ο.κ., αντιθέτως, υπερισχύει η θέληση της πλειοψηφίας του Λαού που ως εκλογικό σώμα αναδεικνύει εκείνους που αποφασίζουν για λογαριασμό του (Κ. Χρυσόγονος, Συνταγματικό Δίκαιο).

Φυσικά, αναφερόμαστε στη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την εποχή της νεωτερικότητας και συνεπώς διαφοροποιείται από την αμεσοδημοκρατία της αρχαίας πόλης κράτους. Εντούτοις, κατά τον John Stuart Mill η υπεροχή αυτή των πολλών έναντι των λίγων δεν θα πρέπει να βαίνει εις βάρος των μειοψηφούντων και της ελευθερίας της γνώμης μα και της διαφωνίας αυτών. 

Συνακόλουθα, η δημοκρατία δεν θα πρέπει να συγχέεται και με την έννοια της οχλοκρατίας στην οποία η δημοκρατική διακυβέρνηση της πολιτείας από τους πολλούς μετατρέπεται σε μία τυραννία της πλειοψηφίας έναντι των λίγων, των μειοψηφούντων, όπως χαρακτηριστικά διεκύρηττε και ο Γάλλος διαφωτιστής Alexis de Tocqueville.

Στη σύγχρονη οικουμενική πολιτική κοινωνία των εθνικών κρατών και των διακυβερνητικών τους περιορισμών (όπως η παγκοσμιοποιημένη οικονομία, οι υπερεθνικοί οργανισμοί, η επιρροή των πολυεθνικών εταιρειών και των διεθνών οίκων αξιολόγησης), παρατηρούνται ορισμένα βασικά δομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά όσον αφορά την πολιτειακή τους οργάνωση και λειτουργία. 

Πρώτα πρώτα, το μέγεθος των εθνικών χωρών και ο αυξημένος πληθυσμός αυτών, η συνθετότητα που παρουσιάζουν οι κοινωνίες τους, καθώς επίσης και η πολυπλοκότητα των πολιτειακών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων που κάθε φορά αναδύονται, δημιουργούν συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να ασκηθεί η δημοκρατική διακυβέρνηση. Αυτή, ως φαίνεται, κρίνεται λειτουργικό να ασκείται έμμεσα, δια αντιπροσώπων του Λαού στη λήψη των αποφάσεων. 

Οι μεσολαβητές και εκφραστές της θέλησης του Λαού εκέγονται προκειμένου να λαμβάνουν τις αποφάσεις που καθορίζουν την ίδια τη ζωή και το μέλλον των συμπολιτών τους. Έτσι, οι αντιπρόσωποι του εκλογικού σώματος επιτελούν το βουλευτικό τους λειτούργημα καταρχήν προς χάριν του εθνικού συμφέροντος. 

Αυτό, άλλωστε, υπαγορέυει και το άρθρο 51 του Ελληνικού Συντάγματος οριοθετώντας στην παράγραφο 2, το λειτούργημα που καλούνται να φέρουν εις πέρας οι εκπρόσωποι της πολιτικής κοινωνίας : «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος». Κρίνεται σκόπιμο σε αυτό το σημείο, να τονιστεί ότι το εθνικό συμφέρον, ουσιαστικά, βρίσκεται εν πλήρη αντιστοιχία με την κρατική κυριαρχία η οποία βεβαίως είναι απόρροια της λαϊκής κυριαρχίας που αποτελεί αναντίρρητα τη θεμελιώδη οργανωτική βάση κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. 

Η συνισταμένη τους δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, του κοινού καλού, της κοινωνικής ευημερίας εν συνόλω.

Ωστόσο, επαφίεται και στα εθνικά συντάγματα και το εν γένει εθνικό επίπεδο συνταγματισμού, η πρόβλεψη όχι μόνο εξυπηρέτησης των συμφερόντων του Έθνους, μα και των υπερεθνικών συμφερόντων τα οποία συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων και θεσμικές εγγυήσεις για τη διεθνή προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. 

Σαφώς, η θεσμική προάσπιση των υπερεθνικών συμφερόντων προβλέπεται έτι δε περισσότερο για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία οικειοθελώς έχουν απoλέσει τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας. Ενώ, ιδιαιτέρως επιβαρύνονται εκείνα τα κράτη μέλη τα οποία και συναποτελούν την ενιαία νομισματική ζώνη του ευρώ, με τις πλείστες πολιτειακές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που απορρέουν εκ της συμμετοχής των.

Πέραν όμως του εθνικού συμφέροντος, στην Ελληνική πολιτειακή οργάνωση και λειτουργία, εξυπηρετείται επιπρόσθετα τόσο το ενωσιακό, όσο και το διεθνές δημόσιο συμφέρον. Έτσι, στις παρακάτω γραμμές, παρατίθεται η, σε καμία περίπτωση ενδελεχής, μα η υποκειμενικώς μεστή και συνοπτική ερμηνεία δύο άρθρων του Ελληνικού Συντάγματος τα οποία και θεσμοθετούν στο πλαίσιο του εθνικού συνταγματισμού, τη διασφάλιση αφενός των ενωσιακών και αφετέρου των υπερεθνικών συμφερόντων. Διότι, πολλές φορές στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο πολιτειακό status quo, των διεθνών οικονομικών εξαρτήσεων, το εθνικό συμφέρον ενδεχομένως ταυτίζεται ή έστω συμπορεύεται με το υπερεθνικό και το ενωσιακό (για την Ελλάδα, εν προκειμένω).

Στο δεύτερο άρθρο του συντάγματος του 1975 (αναθεωρημένο το 1986/2001/2008), η δεύτερη παράγραφος προβλέπει, υπό ένα πρίσμα ερμηνευτικής αδρότητας, την υιοθέτηση και τη συνακόλουθη συμπόρευση με τους «γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου» (Α2§2Σ). 

Ερμηνεύοντας περαιτέρω λοιπόν την παράγραφο αυτή, παρατηρούμε ότι ο συντακτικός νομοθέτης πρέβλεψε τη διασφάλιση όχι μόνο των εθνικών μα και των υπερεθνικών, των διεθνών συμφερόντων, μεταξύ αυτών και των Ενωσιακών συμφερόντων βεβαίως, όπως αυτά ανακύπτουν μέσα από τη διασφάλιση και «την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών». Έτσι, η υιοθέτηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου, τόσο από την Ελληνική, όσο και από τη διεθνή έννομη τάξη, διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο διεθνούς προστασίας και σεβασμού, λόγου χάριν, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. 

Παρατηρείται λοιπόν, η πρσπάθεια διασφάλισης ενός οικουμενικού δημόσιου συμφέροντος εξυπηρετούμενο μέσα από τα όσα προβλέπουν οι διεθνείς συνθήκες, η λειτουργία των διεθνών οργανισμών (όπως λόγου χάριν ο ΟΗΕ) μα και οι άγραφοι κανόνες δικάιου που συναποτελούν το διεθνές εθιμικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και των αρχών που εν τη λειτουργικότητα τους πρεσβεύουν. 

Περαιτέρω, το άρθρο 28 του Ελληνικού συνταγματικού κειμένου αποτελώντας, όπως άλλωστε προβλέπει η προκείμενη ερμηνευτική δήλωση, «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαίκής ολοκλήρωσης», τονίζει ακόμη πιο έντονα την επιβεβλημένη ανάγκη εφαρμογής των κανόνων που προβλέπουν οι διεθνείς μα και οι ενωσιακοί κανόνες του δικαίου. 

Εντούτοις, στο πλαίσιο της ενωσιακής πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, μα και των συνεπαγόμενων πολυεπίπεδων ελλειμμάτων, όπως για παράδειγμα το δημοκρατικό έλλειμμα διακυβέρνησης για το οποίο έχει αναπτυχθεί εδώ και χρόνια σημαντικός από πλευράς όγκου βιβλιογραφικός διάλογος, η συμμετοχή των κρατών μελών δημιουργεί συνακόλουθα και την ανάγκη εξυπηρέτησης του ενωσιακού συμφέροντος. 

Στην περίπτωση αυτή δεν είναι μόνο πολιτειακή υποχρέωση των κρατών μελών η διασφάλισή του, μα επιπλέον η εφαρμογή κοινών πολιτικών προϋποθέτει και επιβάλλει αυτή ακριβώς την πολιτειακή λειτουργία.

Ανδρέας Παυλόπουλος
Απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top