Ο Marc Roche στο βιβλίο του «Καπιταλισμός εκτός Νόμου» αναφερόμενος στο περιβόητο ατύχημα της πλατφόρμας πετρελαίου το 2010 στον Κόλπο του Μεξικού παραθέτει:
«Το όνομα του μυστηριώδους ελβετικού ομίλου είναι Transocean. Αυτός ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης της πλατφόρμας Deepwater Horizon, που τη χρησιμοποιούσε η βρετανική πετρελαϊκή BP και η οποία, όταν βούλιαξε στις 22 Απριλίου του 2010, στον Κόλπο του Μεξικού, προκάλεσε τη μεγαλύτερη μαύρη κηλίδα στην αμερικάνικη ιστορία. Ο απολογισμός της τραγωδίας ήταν έντεκα νεκροί και δεκαεπτά τραυματίες, μεταξύ των εκατόν είκοσι εργαζομένων στην πλατφόρμα άντλησης του φρέατος Μακόντο, το οποίο βρίσκεται σε βάθος πέντε χιλιομέτρων». (σελ. 57 – 58).

The Deepwater Horizon Oil Spill

Ωστόσο, το ενδιαφέρον στην υπόθεση δεν είναι το ατύχημα καθαυτό. Το ενδιαφέρον έγκειται στην πορεία των γεγονότων που οδηγούν στο ατύχημα. Σχετικά με την Transocean ο Marc Roche εξηγεί: «Προκειμένου να ανταποκριθεί στην τεράστια πρόκληση της υπεράκτιας έρευνας κοιτασμάτων, η Transocean θα μεγαλώσει γρήγορα, υπερβολικά γρήγορα. Κάνοντας συγχώνευση το 2007 με τη βασική της ανταγωνίστρια, την Global Santa Fe η εταιρεία μεταμορφώνεται σε έναν κολοσσό που δύσκολα ελέγχεται. Προκειμένου να καθησυχάσει τους μετόχους που ανησυχούν για τη γιγάντωση αυτή, η εταιρεία τους καταβάλλει ένα κολοσσιαίο μέρισμα. Οι επενδυτές είναι χορτασμένοι, αλλά οι αγορές ανησυχούν για τη γενναιοδωρία αυτή και για τις δυσκολίες ενοποίησης των δύο εταιρειών. Για να τις καθησυχάσει και εκείνες, η διεύθυνση κάνει γερές περικοπές στα λειτουργικά κόστη, κυρίως σε εκείνα που αφορούν την ασφάλεια και τη συντήρηση». (σελ. 59 – 60).

Ο Roche καταφεύγει στη Νάταλι Ρόστο, που έχασε τον εικοσιδιάχρονο σύζυγό της στο ατύχημα: «“Ο Σον μού έλεγε συνεχώς ότι η Deepwater Horizon είχε ένα σωρό τεχνικά προβλήματα και ότι επικρατούσε χάος. Για το φρέαρ Μακόντο δεν ακούγονταν καλά λόγια” λέει στις 7 Ιουνίου του 2010… ενώπιον της υπο-επιτροπής ενεργειακών υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων που είχε μεταβεί στη Λουιζιάνα». (σελ. 60). Το κατηγορητήριο της Ρόστο καθρεφτίζει επακριβώς την εικόνα των μεθόδων που ακολουθούνταν στην Deepwater Horizon: «Οι επισκευές καθυστερούσαν όλο και περισσότερο. Οι βλάβες επιδιορθώνονταν πρόχειρα. Η πλατφόρμα, που ήταν εννέα ετών, δεν είχε βγει ποτέ στη στεριά για τεχνικό έλεγχο, κατά παράβαση των στοιχειωδών κανόνων συντήρησης… Στον κατάλογο αυτό των σοβαρών δυσλειτουργιών προστίθενται και οι συνεχείς πιέσεις στο προσωπικό να μην κάνει λόγο για τη μη τήρηση των κανόνων ασφαλείας. Οι ίδιες πρακτικές εκφοβισμού ίσχυαν και στις πλατφόρμες της Transocean στη Βόρεια Θάλασσα, με βάση την αναφορά ενός βρετανικού οργανισμού ελέγχου, του Health and Safety Executive. Εξάλλου, για λόγους οικονομίας, ο φόρτος εργασίας των υπεράκτιων συνεργείων συνεχώς μεγαλώνει…». (σελ. 61 – 62).

Φυσικά, μετά το ατύχημα ο καθένας μεταθέτει τις ευθύνες στον άλλο: «Μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος, η BP και η Transocean ήταν οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Σήμερα οι δύο συνεργάτες μιλούν μόνο μέσω των δικηγόρων τους». (σελ. 66). Και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο με την εμπλοκή της Goldman Sachs: «Ο Χέιγουορντ οφείλει τη θέση του ως προέδρου της BP στον Πίτερ Σάδερλαντ. Αυτός ο καλοσυνάτος κύριος στο χώρο της Οικονομίας… πρώην επίτροπος για τον ανταγωνισμό τη δεκαετία του ’80, πρώην διευθυντής της GATT, προγόνου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, διευθύνει επίσης την Goldman Sachs International, ευρωπαϊκή θυγατρική της διάσημης αμερικανικής τράπεζας, με βάση το Λονδίνο. Τυπικό παράδειγμα σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία ανθεί πίσω από τις επίσημες συναλλαγές, είναι ο ομφάλιος λώρος που συνδέει, μέσω του Πίτερ Σάδερλαντ, την BP με τη βασική της τράπεζα – σύμβουλο. Η Goldman Sachs έχει άμεση σχέση με τη βουλιμική διάθεση του κολοσσού των υδρογονανθράκων για εξαγορές και με τη μεγάλη ανάπτυξή του στον τομέα των συναλλαγών πετρελαίου και φυσικού αερίου». (σελ. 67).

Ο Χέιγουορντ ακολούθησε την απλούστερη τακτική: «Ξέρει πώς να καλοπιάνει το Σίτι, κόβοντας με το μαχαίρι τα γενικά έξοδα και εξασφαλίζοντας την καταβολή του μεγαλύτερου μερίσματος που δόθηκε ποτέ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Μάρτιο του 2010, έναν μήνα πριν από το ατύχημα, το κόστος εξόρυξης ενός βαρελιού μπρεντ της BP πέφτει στο ιστορικό του ρεκόρ: 12 δολάρια. Με την τιμή του πετρελαίου να πλησιάζει τα 80 δολάρια το βαρέλι, η επιχείρηση γίνεται η κότα που γεννά χρυσά αυγά». (σελ. 67 – 68). Φυσικά, το ατύχημα επέφερε σάλο: «Όταν οι τηλεοράσεις δείχνουν ξανά και ξανά τη γιγαντιαία μαύρη κηλίδα και τους πελεκάνους μέσα στο πετρέλαιο, οι αναλυτές στο χώρο του πετρελαίου παίζουν τον τίτλο σε πτώση». (σελ. 68).

Κι αυτός ήταν ο πραγματικός κίνδυνος για όλους. Η πτώση του τίτλου σημαίνει αναταραχή στην αγορά, δηλαδή πτώση στα κέρδη. Οι άνθρωποι της Goldman Sachs αναλαμβάνουν δράση: «Η αντίδρασή τους είναι σκανδαλώδης. Αντί να δεχτούν τη σοβαρότητα της έκρηξης της πλατφόρμας, υποβαθμίζουν τον αντίκτυπό της στην αξιολόγηση της εταιρείας. “Η αντίδραση των αγορών είναι υπερβολική, και επαναλαμβάνουμε τη συμβουλή μας για αγορά τίτλων BP. Οι εκτιμήσεις μας και οι στόχοι μας για την τιμή [της BP] δεν έχουν αλλάξει”. Σε μια μελέτη, δημοσιευμένη στις 30 Απριλίου του 2010, η τράπεζα προσπαθεί με απίστευτο θράσος να καθησυχάσει τις αγορές, δείχνοντας μια θαυμαστή φαινομενική ηρεμία». (σελ. 68). Τελικά, αφού υποβάθμισαν το μακροπρόθεσμο χρέος της BP δύο οίκοι αξιολόγησης κι αφού η κηλίδα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις στις 7 Ιουνίου (του 2010) η Goldman Sachs αναγκάστηκε να δώσει την εκτίμηση “ουδέτερη” για την BP «η οποία εξακολουθεί να είναι ευνοϊκή, δεδομένης της κατάστασης» (σελ. 69).


Η BP βρίσκεται πλέον σε αληθινό κίνδυνο: «Δεν περνά ούτε μία μέρα που οι αναλυτές και τα έντυπα να μη μιλήσουν για ένα “σενάριο Texaco”, μια ένταξη της BP σε καθεστώς χρεοκοπίας, όπως έγινε και με την πετρελαϊκή εταιρεία Texaco το 1987, ή μια επιθετική αγορά, ή πάλι μια θεραπεία ριζικής συρρίκνωσης. Καθώς είναι ευάλωτη σε μια πιθανή επιθετική εξαγορά μετά την πτώση της μετοχής της, η BP πρέπει να προστατέψει τον εαυτό της. Ποιον διαλέγει η εταιρεία ως σύμβουλο μπροστά στις πιέσεις των εν δυνάμει θηρευτών προκειμένου να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο; Την Goldman Sachs, φυσικά». (σελ. 69 – 70). Το ευτυχισμένο φινάλε επήλθε ως κάτι απολύτως φυσικό: «Παρά το εξωφρενικό κόστος της μαύρης κηλίδας, το οποίο εκτιμάται σε περισσότερα από 40 δισ. δολάρια, η BP σημείωσε γρήγορα κέρδη και πάλι. Η εταιρεία δεν αποκλείει στο μέλλον την εκμετάλλευση του κοιτάσματος, το οποίο έχει σήμερα καλυφθεί με τσιμέντο». (σελ. 70).

Όσο για τους πρωταγωνιστές της ιστορίας: «… ο Χέιγουορντ αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί τον Ιούλιο του 2010. Η επιπολαιότητα με την οποία αντιμετώπισε τους θανάτους του ατυχήματος, καθώς και η ανικανότητά του να δείξει μεταμέλεια, προκάλεσαν την αποστροφή των ΜΜΕ, των πολιτικών ιθυνόντων και της κοινής γνώμης στις Ηνωμένες Πολιτείες…». (σελ. 70). Το σίγουρο είναι ότι δεν προκάλεσε καθόλου την αποστροφή των δικαστικών ιθυνόντων, αφού «ο Τόνι Χέιγουορντ είναι σήμερα πρόεδρος στα διοικητικά συμβούλια της Glencore, της πολυεθνικής στο εμπόριο πρώτων υλών, και της ρωσοαμερικανικής κοινοπραξίας TNK- BP, όπου η BP είναι μέτοχος με 50%. Όσο για τον Στίβεν Νιούμαν, το γενικό διευθυντή της Transocean, βρίσκεται πάντα στο τιμόνι. Παρά τη θανατηφόρα έκρηξη και την οικολογική καταστροφή – τη μαύρη κηλίδα -, ο εν λόγω κύριος πήρε μπόνους ύψους 343.000 δολαρίων για το 2010, χρονιά που θεωρήθηκε από την εταιρεία ως “η καλύτερή του σε θέματα ασφαλείας!” Αν και αντικαταστάθηκε τον Ιανουάριο του 2010 από το Σουηδό Καρλ-Σβάνμπεργκ στην προεδρία της ΒΡ, ο Πίτερ Σάδερλαντ παρέμεινε διοικητής της ΒΡ και επικεφαλής της Goldman Sachs International». (σελ. 70 – 71).

Οι εγκληματικές παραλήψεις που βαφτίζονται βελτιστοποιήσεις των κερδών, οι θλιβερές συνέπειες που βαφτίζονται ατυχήματα, οι διακριτικές – εξόφθαλμες χρηματιστηριακές παρεμβάσεις για την τιμή των μετοχικών τίτλων, η παντελής έλλειψη δικαιοσύνης, η λεηλασία του περιβάλλοντος, η φοροδιαφυγή και η προκλητική ατιμωρησία είναι συνήθεις πρακτικές της νεοφιλελεύθερης «οικονομίας». Όμως, τα μεγάλα παιχνίδια έχουν να κάνουν με την οικειοποίηση του δημόσιου πλούτου. Ο Γκρεγκ Πάλαστ στο βιβλίο «Δημοκρατία σε τιμή ευκαιρίας» γράφει: «Ενώ ήταν εξαιρετικά κερδοφόρα η ένταξη της ηλεκτρικής ενέργειας στην “ελεύθερη” αγορά, η λεηλασία των συστημάτων ύδρευσης ήταν σκέτο χρυσάφι: οι κυβερνήσεις είχαν ήδη καταβάλει το κόστος για τις σωλήνες του δικτύου και η αγορά είναι μονοπωλιακή και οι πελάτες διψασμένοι». (σελ. 141).

Με δυο λόγια, οι δήθεν υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς αγωνίζονται να διεισδύσουν στους κρατικούς πόρους μεταφέροντας τα έξοδα στο κράτος και τα έσοδα σ’ αυτούς. Το τέχνασμα αυτό ονομάζεται ιδιωτικοποίηση: «Η Αγγλία της Θάτσερ ήταν και πάλι εκείνη που άνοιξε το δρόμο με τις πρώτες ιδιωτικοποιήσεις. Στη Βρετανία οι λογαριασμοί νερού εκτοξεύτηκαν μέχρι και 250% πάνω από την τιμή του νερού στις ΗΠΑ, οι τιμές των μετοχών των εταιρειών ύδατος πενταπλασιάστηκαν, και το 1995 το σύστημα κατέρρευσε: σε ορισμένα μέρη της Αγγλίας συλλαμβανόσουν επειδή πότιζες το γκαζόν σου». (σελ. 141 – 142). 

Κι αν η περίπτωση στην Αγγλία φαίνεται υπερβολική ή έστω αποτυχημένη λόγω της απειρίας σε τέτοια εγχειρήματα, ο Πάλαστ παραθέτει και το παράδειγμα της Αργεντινής, όπου η ύδρευση δόθηκε στην Enron: «Η Enron ολοκλήρωσε τα αργεντίνικα ψώνια της με την αγορά του συστήματος ύδρευσης της επαρχίας Μπουένος Άιρες. Αυτή η περιοχή ήταν που βίωσε όλη τη συνταγή της Enron: Μαζικές απολύσεις εργατών που επέτρεψαν στην Enron να τσεπώσει τους μισθούς τους, παραβιάζοντας τις δεσμευτικές υποσχέσεις της εταιρείας για επενδύσεις. Χωρίς συνεργεία συντήρησης, οι σωλήνες ύδρευσης αφέθηκαν να σπάσουν. Η επικερδής για την Enron εγκατάλειψη του συστήματος είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση του νερού». (σελ. 143).

Τελικά, τη λύση την έδωσε ο κόσμος: «Αλλά παρόλο που η οικονομία τους βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, οι Αργεντινοί δεν άντεχαν άλλο την Enron και δεν ήταν διατεθειμένοι να συνεχίσουν να την ανέχονται. Τον Οκτώβριο του 2001, η επαρχία υποχρέωσε την Enron να εγκαταλείψει την πόλη, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα και το τριακονταετές συμβόλαιό της. Ενώ όμως μπορεί να απολαμβάνετε διαβάζοντας για την τιμωρία της Enron, τα στελέχη της δεν προβληματίστηκαν καθόλου, μια και δε διακινδύνευαν δικά τους χρήματα, αλλά δικά σας. Η πλειοψηφία των επιχειρηματικών αποτυχιών της Enron στο εξωτερικό επιχορηγήθηκε από τον Αμερικανό φορολογούμενο, στην περίπτωση αυτή από την Ενδο-Αμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, μια θυγατρική της ΠΤ που ανήκε κατά 50% στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών». (σελ. 143).


Κι αν κάποιος αναρωτιέται τις επιπτώσεις σε περίπτωση ιδιωτικοποίησης του ρεύματος, ο Πάλαστ παραθέτει την περίπτωση στην Καλιφόρνια: «Ερεύνησα τα μπλακάουτ του Δεκεμβρίου του 2000 στη Νότια Καλιφόρνια. Η χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκε εκεί κατά 1000% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο και η τιμή του φυσικού αερίου, που αποτελούσε πρώτη ύλη για τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, αυξήθηκε κατά 1000% μέσα σε μια βδομάδα. Ενεργειακή έλλειψή; Καμία… Αποδεικνύεται ότι η Τεξανή έμπορος, που έλεγχε τον μεγαλύτερο αγωγό προς την Καλιφόρνια, η El Paso Corporation, μπλοκάρισε απλώς την πρόσβαση σ’ ένα τμήμα του αγωγού. Αποτέλεσμα: πανικός, εκτόξευση τιμών στα ύψη, μπλακάουτ. Ειδικοί σε θέματα αγοράς υπολόγισαν ότι το κέρδος από τη μικρή αυτή μανούβρα ανήλθε σε 5.000.000 δολάρια». (σελ. 149).

Φυσικά, οι κερδοφόρες μεθοδεύσεις αυτού του είδους είναι αδύνατο να βαπτιστούν οικονομικές. Είναι ξεκάθαρα ποινικές και ενισχύονται χάρη στη γενική ατιμωρησία και τη συγκάλυψη από πολιτικούς παράγοντες. Οι εταιρίες αυτού του είδους κάνουν την καταστροφική τους γυροβολιά στις αγορές επιφέροντας και τα σχετικά χρηματιστηριακά τζογαρίσματα και μετά – κατά κανόνα – καταρρέουν εξαφανίζοντας τα λεφτά των επενδυτών. Ο Πάλαστ σχολιάζει: «Τα μέσα ενημέρωσης μας ζητούν να θρηνήσουμε για λογαριασμό των μετόχων που έχασαν τα λεφτά τους, εξαιτίας της χρεοκοπίας της Enron. Ας μην υπολογίζουν όμως σε μένα. Η Enron δεν επέζησε μόνο χάρη σε χρηματιστηριακά παιχνίδια και λογιστικά κόλπα. Η μετοχή της εταιρείας εκτοξεύτηκε στα ύψη, στηριζόμενη σε χρήματα που είχαν κλαπεί από καταναλωτές και εργαζόμενους στις πέντε ηπείρους. Η Enron ήταν το διαβολικό μωρό που είχε γεννηθεί από το τρομακτικό ζευγάρωμα της κατάργησης των κανόνων ελέγχου της αγοράς και των προεκλογικών συνεισφορών». (σελ. 148 – 149).

Η ψευδαίσθηση του μετόχου ότι συμβάλλει στα τεκταινόμενα μιας εταιρείας είναι σχεδόν κωμική. Οι εταιρείες καθορίζονται αποκλειστικά από τις διοικήσεις τους, που διασφαλίζουν πρωτίστως τις δικές τους απολαβές. Ο John Kenneth Galbraith στο βιβλίο «Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης» δεν αφήνει πολλά περιθώρια: «Επαναλαμβάνω, λοιπόν, το βασικό χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα: ένα εταιρικό σύστημα βασισμένο στην αχαλίνωτη δύναμη του αυτοπλουτισμού. Αυτό δεν περνάει απαρατήρητο. Το περιοδικό Fortune, που δεν επιδίδεται σε επικρίσεις εις βάρος της εταιρικής κουλτούρας, αναφέρεται στις τεράστιες αμοιβές των μελών της διοίκησης, παρά το γεγονός ότι οι πωλήσεις και τα κέρδη των επιχειρήσεων αυτών μειώνονται. Αυτό το αποκαλεί “αρπαχτή”». (σελ. 69). Κι αυτή ακριβώς είναι η φιλοσοφία του νεοφιλελεύθερου δόγματος της δήθεν απελευθέρωσης της αγοράς, η αρπαχτές των εκατομμυρίων που βασίζονται πάνω στην απομύζηση των πλούτου των κρατών και προκαλούν τη διάλυση της κοινωνίας. 

Πρόκειται για κρατικοδίαιτους, δήθεν φιλελεύθερους, που θέλουν την εκμετάλλευση του έτοιμου πλούτου χωρίς να αναλαμβάνουν όχι την παραγωγή, αλλά ούτε καν τη συντήρηση αυτών που έχουν παράγει και πληρώσει άλλοι. Ο Galbraith συνεχίζει: «Το γεγονός αυτό είναι από τα πλέον δραματικά και λιγότερο αθώα χαρακτηριστικά της εταιρικής διοίκησης. Δε θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός αυτό σε ένα οικονομικό σύστημα όπου οι ευνοούμενοι είναι ελεύθεροι να καθορίσουν την αμοιβή τους. Κάτι τέτοιο δεν είναι μια εντελώς αθώα απάτη. Οι μύθοι για την εξουσία του επενδυτή, για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του μετόχου, οι εθιμοτυπικές συναντήσεις των μελών της διοίκησης και οι ετήσιες συνελεύσεις των μετόχων συνεχίζουν να υφίστανται, αλλά κανένας υγιώς σκεπτόμενος παρατηρητής της λειτουργίας της σύγχρονης επιχείρησης δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την πραγματικότητα. Η επιχειρηματική εξουσία ανήκει στις διοικήσεις – μια γραφειοκρατία που ελέγχει το έργο και τις αμοιβές της. Οι αμοιβές αγγίζουν τα όρια της ληστείας. Αυτό είναι ολοφάνερο. Σε πρόσφατες περιπτώσεις αναφέρεται ως εταιρικό σκάνδαλο». (σελ. 69 – 70).

Και για να γίνει απολύτως κατανοητό το πλέγμα της διαπλοκής ανάμεσα σε εταιρείες και πολιτικά πρόσωπα, ο Πάλαστ παραθέτει την περίπτωση του Πακιστάν: «Το Πακιστάν έμοιαζε ν’ αποτελεί μια νέα ευκαιρία για την Entergy όταν, το 1992, η κυβέρνηση της Μπεναζίρ Μπούτο συμφώνησε μ’ έναν εξαιρετικά παράξενο τρόπο ν’ αυξήσει το ποσό που θα πλήρωνε η υπηρεσία ενέργειας της ασιατικής αυτής χώρας για ηλεκτρισμό από μονάδες οι οποίες ανήκαν εν μέρει στην Entergy (10%) και στην Britain’s National Power (40%). Αλλά το 1998 η Μπούτο έχασε τις εκλογές και η νέα κυβέρνηση ανακάλυψε τα κρυφά περιουσιακά της στοιχεία στο Λονδίνο. Συνδυάζοντας τα ανεξήγητα πλούτη της με την αδιανόητα γενναιόδωρη συμφωνία με τις αγγλοαμερικανικές εταιρείες ενέργειας, οι Πακιστανοί εισαγγελείς κατηγόρησαν τον Οκτώβριο του 1998 το δυτικό κονσόρτσιουμ για δωροδοκία. Η νέα κυβέρνηση του Πακιστάν σταμάτησε τότε τις υψηλές χρηματικές καταβολές προς το αγγλοαμερικανικό κονσόρτσιουμ, επικαλούμενη τον διεθνώς αποδεκτό κανόνα δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο συμβάσεις που συνομολογήθηκαν μέσω δωροδοκίας δεν ισχύουν. (σελ. 145).

Κι αν μέχρι εδώ έχουμε απλά την περίπτωση μιας διεφθαρμένης πρωθυπουργού που καταχράστηκε την εξουσία που κατείχε, η συνέχεια παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις: «Επίσημα το ΔΝΤ και η ΠΤ καταδικάζουν τη δωροδοκία. Ωστόσο, μερικά εικοσιτετράωρα μετά την απαγγελία των κατηγοριών για διαφθορά και τη διακοπή των οικονομικών καταβολών στο υπό κατηγορία κονσόρτσιουμ, το ΔΝΤ, έπειτα από αίτημα του Μπιλ Κλίντον και του Τόνι Μπλερ, απείλησε να διακόψει την πρόσβαση του Πακιστάν στους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Πανικόβλητο από την απειλή του οικονομικού αποκλεισμού, το Πακιστάν ξεκίνησε μια έντονη προσπάθεια να συγκεντρώσει τα χρήματα για ν’ αποζημιώσει το αγγλοαμερικανικό κονσόρτσιουμ». (σελ. 145). Η επιμονή του ΔΝΤ και των πρωθυπουργών της Αγγλίας και της Αμερικής για την αποζημίωση των εταιρειών τη στιγμή που παραδέχονται το παράνομο των συνδιαλλαγών τους είναι η επισημοποίηση της πιο ανήκουστης αυθαιρεσίας, που αντικαθιστά κι επισήμως το νόμο: «Στις 12 Δεκεμβρίου του 1998, ο πακιστανικός στρατός, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Περβέζ Μουσάραφ, έστειλε τριάντα χιλιάδες άντρες στους σταθμούς παραγωγής ενέργειας […] Με το στρατό του Πακιστάν να ελέγχει τις υποδομές της χώρας και να ενεργεί ως εγγυητής της πληρωμής των πολυεθνικών, η τελική κατάληψη της εξουσίας από το στρατηγό Μουσάραφ εννιά μήνες αργότερα – ένα ξαφνικό πραξικόπημα, σύμφωνα με το Δυτικό Τύπο – ήταν στην πραγματικότητα μια προκαθορισμένη κατάληξη της διαμάχης για τις μονάδες ενέργειας». (σελ. 145 – 146).

Η περίπτωση των Ινδιών καταδεικνύει την ίδια ακριβώς ευαισθησία των αμερικανικών κυβερνήσεων για τα κέρδη των εταιρειών: «… στην άλλη μεριά των συνόρων με την Ινδία, η αστυνομία τσάκιζε τους διαδηλωτές που κατευθύνονταν εναντίον του εργοστασίου παραγωγής ενέργειας της Enron στην Νταμπχόλ, μια συμφωνία τόσο επαχθή οικονομικά για την Ινδία ώστε το 1998 η κυβέρνηση του κρατιδίου Μαχαράστρα ακύρωσε το συμβόλαιο με το επιχείρημα της δωροδοκίας. Ο Κλίντον αισθάνθηκε την αντίδραση της Ινδίας… κι έστειλε εκεί τους εισπράκτορες: την υπουργό Εξωτερικών Μαντλίν Ολμπράιτ και την υπουργό Ενέργειας της κυβέρνησης του Χέοζελ Ο’ Λίρι. Οι δύο κυρίες γονάτισαν τους Ινδούς αξιωματούχους, απειλώντας τους με οικονομικό στραγγαλισμό, αν η Enron δεν εισέπραττε τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση. Ο ιπποτικότερος Μπους δε θα έστελνε ποτέ γυναίκες να κάνουν αντρικές δουλειές: Το 2001 οι απειλές επαναλήφθηκαν προς την ινδική κυβέρνηση από τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσένι, αυτή τη φορά». (σελ. 146).

Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά άλλα παρόμοια παραδείγματα. Η ηλεκτροδότηση του Ρίο ντε Τζανέιρο και η υδροδότηση στην Coordinadora της Βολιβίας κινούνται ακριβώς πάνω στα ίδια πρότυπα. Η Naomi Klein στο «Δόγμα του Σοκ» σημειώνει: «Όντας μέλος του κινήματος εναντίον της διόγκωσης της δύναμης των εταιρειών, που εγκαινιάστηκε το 1999 στο Σιάτλ ως ένα φαινόμενο παγκόσμιων διαστάσεων, είχα συνηθίσει να βλέπω φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές να επιβάλλονται είτε μέσω ασφυκτικών πιέσεων στις συνόδους κορυφής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου είτε ως προϋποθέσεις για τη χορήγηση δανείων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Οι τρεις τυπικές απαιτήσεις (ιδιωτικοποιήσεις, κρατική απορρύθμιση και σημαντικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες) δεν ήταν καθόλου δημοφιλείς στους πολίτες, όμως, όταν υπογράφονταν οι συμφωνίες, διατηρούταν τουλάχιστον το πρόσχημα της αμοιβαίας συμφωνίας ανάμεσα στις κυβερνήσεις που βρίσκονταν σε διαπραγμάτευση, αλλά και της συναίνεσης από τους υποτιθέμενους ειδικούς». (σελ. 23).

Παρακολουθούμε τη σύγχρονη εκδοχή της αποικιοκρατίας, που δεν αφορά τον εκβιασμό της στρατιωτικής υπεροχής, αλλά της οικονομικής ασφυξίας. Τα πλούτη των εθνών περνούν στα χέρια ελάχιστων ανθρώπων καταπατώντας και τη στοιχειώδη νομιμότητα. Ο Ιγνάσιο Ραμονέ στο βιβλίο «Πόλεμοι του 21ου αιώνα» υποστηρίζει: «Η Γη γνωρίζει έτσι μια νέα εποχή κατακτήσεων, όπως στον καιρό των αποικισμών. Αλλά, ενώ οι πρωταγωνιστές της προηγούμενης κατακτητικής επέκτασης ήταν ορισμένα κράτη, τούτη τη φορά εκείνοι που σκοπεύουν να υποτάξουν τον κόσμο είναι μερικές επιχειρήσεις και συγκροτήματα, κάποιοι ιδιωτικοί χρηματιστικοί και βιομηχανικοί όμιλοι. Ποτέ οι αφέντες της Γης δεν ήταν τόσο λίγοι, ποτέ δεν ήταν τόσο ισχυροί […] Η μέριμνα αυτής της σύγχρονης εξουσίας δεν είναι καθόλου η κατάκτηση εδαφών, όπως στις μεγάλες εισβολές ή στις αποικιακές περιόδους, αλλά ο έλεγχος των πλουτοπαραγωγικών πηγών». (σελ. 11 – 12).

Κι αν κάποιος αναρωτιέται ακόμη τη σημαίνει παγκοσμιοποίηση, ο Ραμονέ απαντά ευθαρσώς: «Παγκοσμιοιποίηση σημαίνει, επίσης, λεηλασία του πλανήτη. Οι μεγάλοι όμιλοι λεηλατούν το περιβάλλον με υπέρμετρα μέσα: αντλούν κέρδη από τους πόρους της φύσης που αποτελούν κοινό αγαθό της ανθρωπότητας, κι αυτό χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς αυτοσυγκράτηση. Το γεγονός αυτό συμβαδίζει με τη χρηματιστική εγκληματικότητα, συνδεδεμένη με τους επιχειρηματικούς κύκλους και τις μεγάλες τράπεζες που ανακυκλώνουν ποσά που ξεπερνούν τα 1.000 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, δηλ. μεγαλύτερα από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) του ενός τρίτου της ανθρωπότητας». (σελ. 13). Ο Τσόμσκι στο βιβλίο «Δυο ώρες διαύγειας» είναι περισσότερο δεικτικός: «Η μαφία είναι πλέον κάτι απαρχαιωμένο στις ΗΠΑ. Οι εγκληματίες είναι στην πλειονότητά τους συνηθισμένοι επιχειρηματίες. Και οι παλαιοί αρχηγοί της μαφίας έχουν σιγά σιγά τεθεί εκτός κυκλώματος από τη δικαιοσύνη. Η μαφία αντιγράφει, στον κόσμο των επιχειρήσεων, τις εταιρείες που υπακούουν σε κανόνες πιο αυστηρούς και πιο λογικούς». (σελ. 99).

Τελικά, το θέμα είναι πρωτίστως πολιτικό. Ο Τσόμσκι, αναφερόμενος στη θεσμοθετημένη φοροδιαφυγή μέσω των οικονομικών παραδείσων, θέτει το ζήτημα ωμά: «Οι οικονομικοί παράδεισοι υπάρχουν γιατί το επιθυμούν πολύ οι πλούσιες χώρες. Και το επιθυμούν πολύ, διότι έτσι μπορούν οι μεγάλες επιχειρήσεις να κλέβουν τους πολίτες εντελώς ατιμώρητες. Αυτός είναι ο ρόλος του κράτους: να ενεργεί κατά τέτοιο τρόπο που οι πλούσιοι να γίνονται ακόμη πλουσιότεροι. Αν λοιπόν αυτές οι επιχειρήσεις μπορούν να κλέβουν τους πολίτες διατηρώντας υπεράκτιεςέδρες και μη πληρώνοντας φόρους, γιατί να τις εμποδίσουν;». (σελ. 106).

Το νεοφιλελεύθερο δόγμα δεν είναι παρά το άλλοθι των συμφερόντων των πολυεθνικών και η υιοθέτησή του από τις πολιτικές ηγεσίες είναι η μετατροπή της χώρας από σπίτι των πολιτών σε πεδίο κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων σε βάρος τους. Η χώρα δεν ταυτίζεται με τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά με την υγεία, την παιδεία, την εργασία και την ασφάλεια των πολιτών. Η προσπάθεια να πειστούμε για το αντίθετο είναι η υπονόμευση της χώρας σε εννοιολογικό επίπεδο. Αυτό που μένει είναι το συμπέρασμα του Τσόμσκι στο βιβλίο «Ο Νόμος της Δύναμης στην Παγκόσμια Τάξη»: «Οι βιομηχανικές “χώρες” ποτέ δεν αγωνίζονται εναντίον των παιδιών που λιμοκτονούν, των τεράστιων κερδών ή των γρήγορων αυξήσεων στους μισθούς των κορυφαίων εκτελεστικών στελεχών των επιχειρήσεων (οι οποίοι επί Θάτσερ διπλασιάστηκαν σε σχέση με αυτούς των ΗΠΑ). Και η εν λόγω στάση είναι λογική, αν λογαριάσουμε τη “γενική σιωπηρή συμφωνία” ότι η “χώρα” ισούται με “τις μεγάλες επιχειρήσεις”, σε συνδυασμό με τα συμβατικά δόγματα περί υγείας της οικονομίας – όπου η τελευταία αποτελεί ιδέα μονάχα σε τεχνικό επίπεδο και συνδέεται ελάχιστα με την υγεία του πληθυσμού (οικονομική, κοινωνική ή ιατρική)». (σελ. 305).

Πηγές:

-Noam Chomsky: «Ο Νόμος της Δύναμης στην Παγκόσμια Τάξη», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2001

-Noam Chomsky: «Δυο ώρες Διαύγειας», εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2006

-Naomi Klein: «Το Δόγμα του Σοκ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2010

-Marc Roche: «Καπιταλισμός εκτός Νόμου», εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2011

-John Kenneth Galbraith: «Τα Οικονομικά της Αθώας Απάτης», Εκδοτικός Οίκος Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα 2006

-Ιγνάσιο Ραμονέ: «Πόλεμοι του 21ου αιώνα», ΕΚΔΟΣΕΙΣ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ, Αθήνα 2003

-Γκρεγκ Πάλαστ: «Δημοκρατία σε τιμή ευκαιρίας», εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ, Αθήνα 2003

-http://aphelis.net/one-year-later-deepwater-horizon-oil-spill/


Θανάσης Μπαντές, Ερανιστής

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top