Στην τελευταία οξεία φάση της ελληνικής κρίσης, από πολλά στοιχεία και ομολογίες προκύπτουν ενδείξεις ότι οι υπουργοί οικονομικών δύο χωρών της ΕΕ, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Γιάνης Βαρουφάκης ενήργησαν σχεδόν ως πολιτικοί πραξικοπηματίες.

Ο πρώτος παραβίασε ακόμη και το γερμανικό Σύνταγμα, φέρνοντας απευθείας σε Κοινοτικό επίπεδο την περιβόητη πρόταση για προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από την ζώνη του ευρώ, χωρίς αυτό να είναι σε γνώση της γερμανικής βουλής. Αργά ή γρήγορα θα φανεί, άν ήταν μια προβοκατόρικη κίνηση με στόχο να φύγει η Ελλάδα από το ευρώ ή ήταν μόνον μέσο πίεσης, ένα εργαλείο σ’ αυτό το «θάλαμο βασανιστηρίων» όπου «σταύρωναν τον Τσίπρα». Ήδη ετοιμάζεται από το κόμμα των Πρασίνων προσφυγή στο ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας. Ο χειρισμός των βασικών Κοινοτικών θεμάτων είναι αρμοδιότητα του κοινοβουλίου και η κυβέρνηση υποχρεούται να θέτει υπό την έγκριση του κάθε σημαντικό νέο βήμα πολιτικής για την ΕΕ.

Ο δεύτερος, σύμφωνα με δική του ομολογία, επιχείρησε μέσα σε έκτακτες πολιτικές συνθήκες να αντιστρέψει τη ρητή αιτιολόγηση του πρωθυπουργού για το δημοψήφισμα και την ερμηνεία του «όχι» ή και να ακυρώσει την λαϊκή εντολή του Ιανουαρίου, που ήταν εντολή για διαπραγμάτευση εντός της ευρωζώνης.

Αυτά που ισχυρίζεται τώρα ο πρώην Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας πιθανότατα ήταν οι συνήθεις αυτοσχεδιασμοί ελληνικού τύπου. Άν όμως, παρ΄ ελπίδα, ήταν μελετημένα και σχεδιασμένα από καιρό, τότε υπάρχει το σκοτεινό, ακραίο ενδεχόμενο, κατά τη διάρκεια των πεντάμηνων διαπραγματεύσεων στις Βρυξέλλες, να είχαν «χρησιμοποιήσει» κάποιοι τον Αλέξη Τσίπρα για να γίνει πράξη μια στρατηγική αντίθετη με την επίσημη κυβερνητική.* Μπορεί κανείς να υποκλέψει την Grexit, άν βοηθήσει και με δικές του κινήσεις να γίνει αναπόφευκτη. Λόγου χάρη με τη μακροχρόνια ανασφάλεια, που καταστρέφει την πραγματική οικονομία.

Έτσι ή αλλοιώς, τέτοια φαινόμενα είναι κακοί οιωνοί για τη δημοκρατία στην ΕΕ και στα εθνικά κράτη της. Ο κίνδυνος για μετα-δημοκρατική μετάλλαξη, για τον οποίο προειδοποιούν από καιρό ο Κόλιν Κράουτς, ο Γιούργκεν Χάμπερμας και άλλοι, παίρνει νέες διαστάσεις μέσα στην κρίση. Με άλλα λόγια, η οικονομική κρίση γίνεται ευνοϊκό έδαφος, τόσο για κλασικές Βοναπαρτικές τάσεις πολιτικών που ασκούν εκτελεστική εξουσία σε εθνικό επίπεδο, όσο και για έναν φεντεραλιστικό Βοναπαρτισμό της εκτελεστικής εξουσίας σε Κοινοτικό επίπεδο.

Πικρή γεύση αφήνουν όσα αποκαλύπτονται τώρα. Αυτά που διαβάζουμε στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» για όσα συνέβησαν ως τραγωδία στα μέσα του 19ο αιώνα, δείχνουν πράγματι να επαναλαμβάνονται σαν φάρσα στις αρχές του 21ου, επαληθεύοντας έτσι τον πασίγνωστο ισχυρισμό του συγγραφέα του βιβλίου. Στις Βρυξέλλες και εδώ βλέπουμε απερίσκεπτους και υπερφίαλους πολιτικούς με τεράστια «εγώ», με μυωπικό βλέμμα, με ανύπαρκτη ηθική της ευθύνης. Με την αποφασιστική βοήθεια των ιδιωτικών ΜΜΕ και των κομματικών-κρατικών μηχανισμών που «εκπαιδεύουν» αποπληροφορημένους ψηφοφόρους-τηλεθεατές (έτσι ακριβώς κερδίζονται 130.000 σταυροί!), οι πολιτικοί αυτοί αποκτούν δυσανάλογη, εξωθεσμική εκτελεστική ισχύ και την χρησιμοποιούν καταχρηστικά. Οι μεν ως κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από τις αγορές «ηγεμόνες της Ευρώπης», οι δε ως Βοναπάρτηδες της ελεεινής μορφής στη δική μας οριακή Ευρώπη. Ως αποτέλεσμα, στο όνομα του λαϊκού συμφέροντος παραγκωνίζεται η ίδια η λαϊκή κυριαρχία και οι δημοκρατικοί κανόνες άσκησής της.

Πίσω από τους αποπληροφορημένους ψηφοφόρους-τηλεθεατές και τον δράστη του εγκλήματος, τον μηχανισμό (απο)ενημέρωσής τους, δρουν πολιτικές και άλλες ελίτ, στενά διαπλεκόμενες μεταξύ τους. Αντί να θέτουν στους πολίτες τα πραγματικά διακυβεύματα, να τους προετοιμάζουν για να αντιμετωπίσουν αξιόμαχα, ως κυρίαρχοι, τις νέες συστημικές πιέσεις και καταναγκασμούς στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, συσκοτίζουν την κρίση του λαού με ομιχλώδη ψευδοδιλήμματα και τον κάνουν χειραγωγήσιμο. Προς τη μετα-δημοκρατία μας σπρώχνουν η γραφειοκρατική κομματοκρατία και τα λόμπυ των ισχυρών συμφερόντων κάθε μορφής. Στην ΕΕ η πίεσή τους διευκολύνεται και γίνεται καταστροφική, επειδή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν μείνει ημιτελείς, σαν μαλακό μισοψημένο ψωμί. Ιμάντας μετάδοσής της είναι η χειραγωγημένη από την τηλεόραση κοινή γνώμη.

Υπάρχουν όμως και μερικά φωτεινά σημεία, «ξέφωτα» ελπίδας σ’ αυτό το σκοτεινό πολιτικό τοπίο. Το απρόβλεπτο της ιστορίας και η «πανουργία του Λόγου» πότε-πότε ταπεινώνουν τους νικητές. Πολλά συνηγορούν ότι η πιο σημαντική επίπτωση της πρόσφατης σύγκρουσης θα είναι αργά ή γρήγορα, μια μεγάλη ήττα της σημερινής πολιτικής της γερμανικής κυβέρνησης για την κρίση και την ΕΕ. Σε αντίθετη περίπτωση είναι μεγάλος ο κίνδυνος για πολύ βαθειές, δύσκολα αναστρέψιμες μακροπρόθεσμες συνέπειες στο όλο οικοδόμημα. «Η μεταπολεμική γερμανική πολιτική, η οποία σταθερά απέφευγε οποιοδήποτε δείγμα γραφής που να υπονοεί ότι η Γερμανία διεκδικεί ηγεμονική θέση στην Ευρώπη, κατέληξε σε σωρό ερειπίων», γράφει ο Βόλφγκανκ Στρέεκ στoν Spiegel.

Ενδοελλαδικά, κορυφώθηκαν τα αδιέξοδα μιας πολιτικής χωρίς σαφή κατεύθυνση και ειρμό, ωστόσο στηριγμένης στο δίκαιο αναστεναγμό των πονεμένων κοινωνικών ομάδων. Όμως μετά το δημοψήφισμα και το θριαμβευτικό «όχι», που, όπως αναμενόταν, οι παραγνωρισμένες αλλά ακατανίκητες συστημικές πιέσεις το μετέτρεψαν σε ένα «ναί» με δάκρυα και ιδρώτα, ίσως ξεκαθαρίσει λίγο η πολιτική αδιαφάνεια.
Το ομιχλώδες, απολιτικό και α-κοινωνικό δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», μετά από 5 χρόνια κυριαρχίας και παρά φύση μεταλλάξεων στο πολιτικό φάσμα, αποδείχθηκε ψευδής συνείδηση και πολιτική σαπουνόφουσκα.

Όπως γράφαμε μόλις προκηρύχτηκε το δημοψήφισμα, «μετά τις 5 Ιουλίου η Ελλάδα δεν θα είναι ίδια με πριν. Ούτε η λοιπή Ένωση. Η κίνηση αυτή, άν και έμοιαζε με ζαριά ζαλισμένων απο τους καπνούς τζογαδόρων, ήρθε σαν μια εξαγνιστική νεροποντή που ταράζει όλο τον βάλτο, ελληνικό και ευρωπαϊκό, τον πλημμυρίζει και μετατρέπει τα στάσιμα νερά του σε κινούμενα».

Τώρα είναι καιρός να αναδειχθεί το κοινωνικό ζήτημα, ως αυτό που θα αποφασίσει τόσο για την ανάκαμψη από τα βάθη της πτώσης ή την οριστική αποτυχία του εθνικού μας κράτους, όσο και για τη μοίρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

«Η παράλυση μπορεί να ξεπεραστεί μόνον αν τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα συνεργαστούν, παραμερίζοντας τα σύνορα των χωρών τους, εναντίον της παραποίησης που μετατρέπει τα κοινωνικά ζητήματα σε εθνικά. Το γεγονός ότι δεν γίνεται αντιπαράθεση απόψεων σχετικά με πολιτικές εναλλακτικές λύσεις, ώστε να διαμορφωθεί η κοινή γνώμη μέσα στα εθνικά κράτη, μπορώ να το εξηγήσω μόνον με το φόβο των δημοκρατικών κομμάτων μπροστά στη δύναμη της δεξιάς. Οι συζητήσεις με αντιπαράθεση για την πορεία της Ευρώπης ξεκαθαρίζουν τα πράγματα και δεν υποδαυλίζουν απλά τις αντιπαλότητες, μόνον αν όλες οι πλευρές παραδεχτούν ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις χωρίς ρίσκο, ούτε δωρεάν. Αντί να στήνουν λάθος μέτωπα κατά μήκος των εθνικών συνόρων, καθήκον των κομμάτων είναι να διακρίνουν τις κοινωνικές ομάδες που βγήκαν χαμένες ή κερδισμένες, άλλες λίγο, άλλες πολύ περισσότερο, από τη διαχείριση της κρίσης, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους». (Γιούργκεν Χάμπερμας, «Δημοκρατία ή καπιταλισμός; Από την δυστυχία του κατακερματισμού σε εθνικά κράτη σε μια καπιταλιστική ενοποιημένη παγκόσμια κοινωνία»).

Γ. Β. Ριτζούλης

Μετά την Κρίση

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top