Μάθανε. Τους μάθανε. Τους εκπαίδευσαν να αντέχουνε. Τους έταξαν, τους τιμώρησαν, τους χάιδεψαν τους επαίνεσαν και στο τέλος τους έδωσαν το πτυχίο της –μιας κάποιας- επιτυχίας.


Γράφει ο Γιώργος Σ. Πολίτης

Τους ντρόπιασαν γιατί από το βάρος το ίδιο, χειρότερη η συνήθεια της μεταφοράς του.

Χαμήλωσαν το βλέμμα οι πολίτες της μακρινής χώρας και μέσα από τα βογγητά του κόπου, η ουσία του παράλογου κάματου έμοιαζε χαμένη. Αποσαρκωμένη. Κάπως πιο διάφανη από εκείνη την αρχική που έφερνε περισσότερο σε τσίνισμα αλόγου άμαθου σε καβαλάρη.

Εξημερώθηκαν.

Τούτη η εξημέρωση έμοιαζε επαινέσιμη υποταγή.

Να μια βολική καθισιά των υπηκόων στη θέση όπου από τους άρχοντες είχε καθοριστεί και που με κάθε τρόπο όφειλε να εφαρμοστεί. Με απειλές ή και με ξύλο. Με χάδι στο μάγουλο ή βουρδουλιά στα πισινά όπως ταιριάζει στα υποζύγια.

Υπάρχει πλήθος θεατών. Η αξιοπιστία του θηριοδαμαστή διακυβεύεται. Από τους θεατές κάποιοι θα κληθούν να πρωταγωνιστήσουν.

Κι όλο τούτο που βίωναν ήταν σαν μια επιθυμία βαθιά πολυπλόκαμα ριζωμένη μέσα τους, μα στείρα. Στέρφα μέχρι το λαιμό της τον κόκκινο τον ίδιο, καθώς η ελπίδα απόσωνε το φιτίλι της φλόγας της κι ερχόταν ταχιά η συνήθεια στη μάστιγα να γυρεύει νέες βολές από κείνες τις μεθυσμένες των απομεσήμερων της κάψας που θολώνουν την πραγματικότητα και την κάνουν να δείχνει περισσότερο σε νεράιδα παρά σε δράκο.

Ασφαλώς και μπορεί να δυστυχούσαν όμως είχαν χάσει την αίσθηση του οξέως πόνου, είχαν απολέσει τη μη ανοχή των αδίκων κι όπως η κάθε πραγματικότητα μπορούσε να μεταλλάσσεται σε ουτοπία και τανάπαλιν ομοίως βάφτιζαν τη λύπη-χαρά και βίδωναν στέρεα σε εδάφη και σε μυαλά τα νέα πρότυπα. Τα πρότυπα της ανοχής και της χαμένης αξιοπρέπειάς τους, που όμως δεν τα λόγιζαν ως τέτοια, μα ως μια νέα πρακτική, μια νέα αξία, η εγκαθίδρυση της οποίας δεν θα μπορούσε εν μέσω ομοίων τρομερών τούτων εξελίξεων να παραμένει επί μακρόν την αφάνεια.

«Και ως πότε θα μπορούσαμε να ζούμε τάχα ελεύθεροι;» έλεγαν κάποιοι που τα κατάφερναν κάπως.

Η μάζα έπαψε να ενοχλείται. Όταν δυστυχούσε άλλαζε κάπως πλευρό.

Έπαψε να εντυπωσιάζεται και πλέον ασχολιόταν με άλλα, ελάσσονος σημασίας θέματα. Κάπως πιο προσωπικά, ενώ τα καίρια ζητήματα που αφορούσαν όλους σαν μία ενότητα, γνώριζαν την αποσύνθεση και έμενε απ’ αυτά μονάχα η ιδέα, μία ρητορική τέτοια που σχεδόν αφορούσε μονάχα τους ειδήμονες και όχι το κάθε άτομο σε επίπεδο προσώπου.

Ήταν κι αυτό μια μεγάλη ήττα.

Μονάχα στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις –σε επίπεδο πολιτών- αναφέρονταν τα σοβαρά προβλήματα και έμοιαζαν οι ομηγύρεις πίσω από τις μπύρες και τα δροσερά ποτά τους να μελαγχολούν, υπογραμμίζοντας με κεφάλια που κινούνταν πάνω και κάτω τη σπουδαιότητα της αδιαφορίας, αλλά και πάλι ήταν πολύ μακρύς ο δρόμος της ανάληψης ευθύνης. Της απαίτησης, της άφεσης της απολαυστικής ραθυμίας και της βουτιάς στα παγωμένα νερά της πραγματικότητας που εξακολουθεί να είναι ύπουλη πίσω από το κατευναστικό της προσωπείο.

Μέγα κέρδος των αρχόντων η κάθετη πτώση των αξιοκρατικών κριτηρίων της κατειλημμένης πόλης. Η απώλεια της διάθεσης σύγκρισης και ομοίως, η διάθεση των πολιτών για αγώνα. Η στρέβλωση της απεικόνισης του μέλλοντος και η πίστη στην ουτοπική προβαλλόμενη εικόνα.

Όλοι οι πολίτες πλέον νοιάζονταν για το σήμερα. Το παρελθόν υπήρχε μονάχα ως φάρος μιας αλλοτινής ζωής που χρησίμευε σαν παυσίπονο τις δύσκολες ώρες όπου ο κάθε ένας καλείτο να ερμηνεύσει με έργα το παρόν του. Τότε θλιβόταν, κατηγορούσε, μα η δράση φαινόταν ακόμα μακριά, τόσο, που είχε δυνητικά καταντήσει μία ψευτιά.

Όταν κάποιος δεν μπορεί να κάνει αλλιώς προσαρμόζεται, Όποιος δεν το κάνει εξαφανίζεται ή αναγκάζεται να πάρει τα όπλα. Ο πόλεμος όμως ακολουθείτο ανέκαθεν από μια σειρά γεγονότων αιματηρών, που διατάρασσε τη νιρβάνα του μέλλοντος και την απραξία που δικαίως είχε ονομαστεί, καθεστωτική. Μια έννοια εκ των ουκ άνευ.

Ο πόνος συνηθιζόταν κι έχανε κι αυτός την ορμή του. Την ζωντάνια του.

Κάποιοι χάρηκαν.

Η απαλυντική ειρήνη λοιπόν ως μάγισσα Κίρκη, μάγεψε τους υπηκόους, αφαιρώντας τους στο τέλος ακόμα και αυτό το δικαίωμα της μνήμης. Της μνήμης εκείνης που έλεγε πως από καταβολής κόσμου οι ελεύθεροι πολεμούσαν, εξεγείρονταν, πέθαιναν ή ζούσαν.

Άπραγοι όμως δεν έμεναν.

Οι λεύτεροι.

politisg

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top