Μια Δανέζα επίτροπος ενάντια στους πλουσιότερους ανθρώπους της ελληνικής οικονομίας. Και στη μέση μια αριστερή κυβέρνηση, που θα ήθελε να τους φορολογήσει, χωρίς όμως να τους χάσει από φορολογούμενους. Οι Έλληνες εφοπλιστές, που εκπροσωπούν το 1/5 του ευρωπαϊκού εμπορικού στόλου, έχουν μπει στο μικροσκόπιο της επιτρόπου Ανταγωνισμού Μαργαρίτας Βεστάνγκερ, για τα φορολογικά τους προνόμια.

Γράφει ο Τάσος Τέλλογλου

Η αντιπαράθεση της ελληνικής ναυτιλίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή έγινε πολύ πιο πολύπλοκη μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Το κόμμα της αριστεράς, όσο ήταν στην αντιπολίτευση πίστευε και διακήρυσσε ότι οι εφοπλιστές φορολογούνται λίγο. Παρόλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι σήμερα ακολουθεί την πεπατημένη της κυβέρνησης Σαμαρά. Εκείνη, όμως, είχε σαφές σχέδιο “άμυνας” απέναντι στις ευρωπαϊκές πιέσεις, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται ακόμα να ξέρει τι θέλει.

ΕΕ εναντίον πλούσιων Ελλήνων

Η σύγκρουση της ελληνικής κυβέρνησης με την ΕΕ για τη φορολογία των εφοπλιστών ξεκίνησε από την «βαθιά διαδεδομένη αντίληψη στους κόλπους των δανειστών μας ότι οι πλούσιοι δεν πληρώνουν για την κρίση», λέει στο inside story αξιωματούχος της προηγούμενης κυβέρνησης.

Ήταν τέλος Αυγούστου του 2012 όταν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς επισκέφθηκε το Βερολίνο προκειμένου να δείξει ένα νέο πρόσωπο στη Γερμανίδα καγκελάριο, Άγγελα Μέρκελ, μετά τα χρόνια στην αντιπολίτευση που απέρριπτε μετωπικά το μνημόνιο. Ένα από τα κύρια θέματα που έθεσε η Μέρκελ στον Έλληνα πρωθυπουργό ήταν το «τι θα γίνει με τους φόρους που δεν πληρώνουν οι πλουσιότεροι Ελληνες» για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση. Ειδικότερα, η Μέρκελ ήθελε να μάθει ποια είναι η συμμετοχή των εφοπλιστών στα φορολογικά βάρη. Στη συνάντηση αυτή τέθηκε και το θέμα των ελληνικών καταθέσεων (και καταθετών) στην Ελβετία.

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Με την ίδια ακριβώς σειρά είχαν ακούσει τα ίδια θέματα προηγουμένως οι Γ. Παπανδρέου και Γ. Παπακωνσταντίνου.

Πριν ακόμα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών ο Στουρνάρας, ο Βενιζέλος επιχειρεί να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με την Ελβετία για τη δυνατότητα να φορολογηθούν ανώνυμα οι εκεί καταθέσεις. Τότε λαμβάνει επιστολή της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, που τον προειδοποιεί ότι ένα μεγάλο μέρος των καταθέσεων αυτών προέρχονται από ναυτιλιακή δραστηριότητα και δεν θα πρέπει να φορολογηθούν. «Δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη γερμανική ατζέντα που να αφορά τους εφοπλιστές, ήταν ένα θέμα που αφορούσε τον μεγάλο πλούτο. Και ήταν ένα θέμα που ετίθετο κυρίως από τους Ευρωπαίους, παρά από το ΔΝΤ», λέει ένας από τους παρόντες στην ελληνική αντιπροσωπεία, που θέλει να παραμείνει ανώνυμος καθώς δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί δημόσια.

Από το χρονικό σημείο της συζήτησης αυτής η ΕΕ αρχίζει να παίζει “man-to-man” την ελληνική κυβέρνηση για το θέμα της φορολόγησης των εφοπλιστών.

Η ελληνική “άμυνα” την περίοδο Σαμαρά-Στουρνάρα

Προσπαθώντας να αποφύγει την αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος, η κυβέρνηση Σαμαρά αποφασίζει να αυξήσει σε απόλυτο αριθμό τους φόρους που εισπράττει από τους εφοπλιστές, αλλά να μην πειράξει τίποτα από τη δομή και το σύστημα της φορολόγησης, που παρουσιάζεται στην Κομισιόν σαν αποτέλεσμα της “συνταγματικής παράδοσης” της χώρας. «Αν καταφέρναμε να παρουσιάσουμε ότι αντί για 45 εκατομμύρια το χρόνο θα εισπράτταμε 500 εκατομμύρια σε μια τριετία από τους εφοπλιστές, ένα ποσό που φαίνεται μεγάλο, ίσως αυτό να κατεύναζε την Κομισιόν», λέει υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά.

Η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει για τις προθέσεις της να πάρει τα πρώτα μέτρα (επέκταση του φόρου χωρητικότητας στα ελληνόκτητα πλοία με ξένη σημαία, που δεν φορολογούνταν μέχρι το 2013, και φόρο στα γραφεία που ασχολούνται με τη μεσιτεία) στα τέλη του 2012 και με μια δεύτερη επιστολή στις αρχές του 2013, αλλά το μήνυμα από τις Βρυξέλλες είναι σαφές: «Αυτά δεν αρκούν». «Από την αρχή μας ήταν φανερό ότι η ΕΕ στόχευε στη φορολόγηση των μερισμάτων των εφοπλιστικών εταιρειών», λέει αξιωματούχος της προηγούμενης κυβέρνησης στο υπουργείο Ναυτιλίας.

Η φορολόγηση των μερισμάτων ήταν αυτό που δεν ήθελε εξαρχής η κυβέρνηση και η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ). Σύμφωνα με το καθεστώς που ισχύει από το 1975, στα μερίσματα των ναυτιλιακών εταιρειών δεν γίνεται διάκριση του εισοδήματος που προκύπτει από θαλάσσια μεταφορά (καθαρά εφοπλιστική δραστηριότητα) από αυτό που προκύπτει από αγοραπωλησίες πλοίων, τίτλων στα χρηματιστήρια ή άλλες στεριανές επιχειρηματικές δραστηριότητες (π.χ. ακίνητα). Πολλές φορές, τα κέρδη από όλα αυτά ενσωματώνονται στο μέρισμα που μοιράζει η ναυτιλιακή εταιρεία στους μετόχους της, το οποίο είναι αφορολόγητο ως εισόδημα από ναυτιλιακή δραστηριότητα. Στόχος της Κομισιόν είναι να γίνει ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων και να μπουν ξεκάθαροι κανόνες, με βάση τους οποίους κάθε δραστηριότητα θα φορολογείται με τις διατάξεις που ισχύουν για αυτήν, οπότε όποιες δραστηριότητες δεν είναι ναυτιλιακές, θα φορολογούνται κανονικά.

Να σημειωθεί ότι το 2013 τα πλοία ελληνικών συμφερόντων ήταν 3.677 (86 λιγότερα από το προηγούμενο έτος), ενώ στα πλοία χωρητικότητας άνω των 3.000 κόρων υπηρετούσαν 4.600 Έλληνες και 16.000 ξένοι ναυτικοί. Σε αυτούς, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ένωση Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού (ΠΕΝΕΝ), πρέπει να προστεθούν άλλοι 5.000 Έλληνες ναυτικοί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Οι μέσοι μισθοί των Ελλήνων ναυτικών ήταν 2.400 ευρώ έναντι 1.400 δολαρίων των αλλοδαπών συναδέλφων τους.


Η παρέμβαση των εφοπλιστών

Μετά τις πιέσεις της Κομισιόν, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες εφοπλιστές, ο Πάνος Λασκαρίδης, ανέλαβε την πρωτοβουλία να πείσει τα μέλη της ΕΕΕ να προτείνουν οικειοθελώς αύξηση του φόρου στα πλοία τους, στοχεύοντας μάλλον στο να μπουν λεφτά στα ταμεία κι έτσι να κλείσουν τα στόματα. Με παρέμβασή του ο ΛασκαρίδηςΗ έκκληση του Λασκαρίδη μέσω της εφημερίδας "Ναυτεμπορική", γενικός γραμματέας της 'Ενωσης, κάλεσε τα μέλη της να συνεισφέρουν εθελοντικά –κάτι που πρώτος είχε διατυπώσει δημόσια ο Βενιζέλος– με στόχο να διπλασιαστούν τα έσοδα από τον φόρο χωρητικότητας. «Τα επόμένα τρία χρόνια», είπε ο Λασκαρίδης, «η κάθε ναυτιλιακή εταιρεία θα πληρώνει διπλή εισφορά για το κάθε πλοίο που διαθέτει, ανεξαρτήτως αν είναι στην ελληνική ή σε άλλη σημαία. Στόχος είναι τα έσοδα από τη φορολογία να ξεπεράσουν τα 140 εκ. ευρώ (σ.σ. εννοεί ετησίως) κατά την τριετία, όπως προβλέπεται από το Μνημόνιο».

Η κίνηση του Λασκαρίδη ήταν ασυνήθιστη, καθώς οι εφοπλιστές δεν ήταν συνηθισμένοι να μιλούν δημόσια για τη φορολογία τους. Αλλά υπήρχαν αντιστάσεις, ειδικά από πολλούς που είχαν σηκωμένες ξένες σημαίες στα πλοία τους. Ο Λασκαρίδης σημείωνε ότι «η υλοποίηση αυτής της εθελοντικής συμφωνίας είναι τεράστιας σημασίας για την ελληνική ναυτιλία. Πρέπει όλοι οι εφοπλιστές να την ακολουθήσουν και να εφαρμοσθεί από το σύνολο των ναυτιλιακών εταιρειών. Σε διαφορετική περίπτωση, αφενός μεν η πολιτεία θα νομοθετήσει μόνη της, αφετέρου δε ο εφοπλισμός θα φανεί ανακόλουθος στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει κι αυτό θα αποβεί σε βάρος του, ενώ κινδυνεύει με διάσπαση η ενότητά του».

Έμμεσα, ο γενικός γραμματέας της ΕΕΕ καλούσε τους συναδέλφους του να κάνουν εκείνο που το 2013 φαινόταν αναπόφευκτο. Να αποφασίσουν δηλαδή εκείνοι και όχι το κράτος την αύξηση της φορολογίας. «Δεν ενδιαφέρει τους εφοπλιστές τόσο το πόσο θα πληρώσουν, αλλά να φαίνεται ότι μόνο εκείνοι μπορούν να αποφασίσουν την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού», σημειώνει κυβερνητικός αξιωματούχος της εποχής, που είχε συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕΕ.

Ο Λασκαρίδης πρόσθεσε στην ίδια έκκληση ότι με την εθελοντική εισφορά η ναυτιλιακή κοινότητα θα απαντούσε «εν τοις πράγμασι σε κατηγορίες περί φοροδιαφυγής που εκτοξεύονται με γκεμπελικό τρόπο από διάφορά κέντρα της Δύσης, οικονομικά, πολιτικά και εκδοτικά. Τα κέντρα αυτά ταυτίζουν τους φοροφυγάδες με τους απατεώνες και τους εφοπλιστές, σε μια λογική που λέει ότι οι φοροφυγάδες είναι απατεώνες και οι εφοπλιστές δεν καταβάλλουν φόρους, άρα είναι απατεώνες». Ο Λασκαρίδης σημείωνε ακόμα ότι ο ελληνικός εφοπλισμός έχει την ίδια φορολογική αντιμετώπιση που έχει όλη η ευρωπαϊκή ναυτιλία. «Ό,τι ισχύει για τους Έλληνες ισχύει και για τους Γερμανούς εφοπλιστές, οι οποίοι μάλιστα ζητούν και έκτακτη οικονομική ενίσχυση από το κράτος», είπε. Με αυτήν του την τοποθέτηση, που ασφαλώς έγινε εκ μέρους της ΕΕΕ, “σημάδεψε” μια συγκεκριμένη χώρα, τον μεγαλύτερο πιστωτή μας, που είναι η Γερμανία. Όπως και στην Ελλάδα από το 1975, έτσι και στη Γερμανία ισχύει από το 1999 ο φόρος χωρητικότητας.

Αντίδραση από μέσα

Τον Αύγουστο του 2013 μια σειρά μέσων ενημέρωσης δημοσιεύουν μια λίστα εφοπλιστών που αρνούνται να δηλώσουν εθελοντική συμμετοχή στην εισφορά, παρά τις εκκλήσεις του Λασκαρίδη.

Τελικά, στις 31 Δεκεμβρίου του 2013 κυκλοφορεί το ΦΕΚ του νόμου για τον ΕΝΦΙΑ (4223/2013Διαβάστε τον εδώ), στο άρθρο 14 του οποίουΔιαβάστε το άρθρο 14 στις σελίδες 10-11 προβλέπεται η υποχρεωτική εισφορά των εφοπλιστών –που σχεδίαζε από καιρό ο Σαμαράς– παρά το γεγονός ότι οι νομικοί παραστάτες των εφοπλιστών είχαν προειδοποιήσει ότι κάτι τετοιο θα κατέπιπτε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Λίγο πριν ψηφιστεί η διάταξη, ο πρόεδρος της ΕΕΕ είχε στείλει στον υπουργό Οικονομικών Στουρνάρα, που είχε χάσει πλέον την υπομονή του καθώς η τρόικα πίεζε την ελληνική κυβέρνηση να «πληρώσουν και οι πιο πλούσιοι», επιστολή με την οποία διαβεβαίωνε ότι οι εφοπλιστές ήταν έτοιμοι να αυξήσουν εθελοντικά τη συμβολή τους στα δημόσια έσοδα.

Η διάταξη όριζε ότι 450 εταιρείες θα κατέβαλαν τον διπλάσιο φόρο χωρητικότητας για μία τριετία. Η ψήφιση του νόμου έγινε αναγκαία εκείνην την περίοδο, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους, καθώς ένα μεγάλο μέρος των εφοπλιστών αρνούνταν να καταβάλουν την εθελοντική εισφορά «διότι απλά δεν υπήρχε τρόπος να εξαναγκαστούν». Ένα άλλο ζήτημα ήταν ότι ο Στουρνάρας ζητούσε έναν μηχανισμό αναπλήρωσης των εσόδων από την εφοπλιστική εισφορά στην περίπτωση που δεν πιανόταν το ποσό στο οποίο είχε δεσμευτεί η ελληνική κυβέρνηση έναντι των πιστωτών.

Ο πρόεδρος των εφοπλιστών, Θεόδωρος Βενιάμης, που θεώρησε «πραξικοπηματική» την εισαγωγή της εισφοράς σε νόμο από τον Στουρνάρα, στράφηκε στον πρωθυπουργό Σαμαρά προκειμένου να μετατραπεί η υποχρεωτική εισφορά σε προαιρετική. Αλλά η λύση δεν ήταν ούτε πολύ γρήγορη, ούτε πολύ εύκολη. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες και να παρεμβληθούν οι ευρωεκλογές του Μαΐου 2014 με τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, για να υπογραφεί τελικά η συμφωνία για τη ναυτιλία, όπως ισχύει σήμερα, που ακύρωσε τον νόμο 4223/2013Διαβάστε τον εδώ και μετέτρεψε την εισφορά των εφοπλιστών σε οικειοθελή. Η συμφωνία, με τη μορφή που έλαβε τελικά, είναι κάτι σαν ιδιωτικό συμφωνητικό των ναυτιλιακών εταιρειών πλοίων υπό ξένη και ελληνική σημαία με την κυβέρνηση της χώρας, για μια ορισμένου χρόνου έκτακτη εισφορά που δίνεται στο κράτος επειδή το θέλουν οι ίδιοι οι εφοπλιστές.

Σύμφωνα με το κείμενο που υπογράφτηκε, το κράτος θα εισέπραττε 420 εκατομμύρια ευρώ σε τρία χρόνια (140 εκατ. τον χρόνο), αλλά οι εφοπλιστές ξεκαθάριζαν ήδη από το προοίμιο της συμφωνίας ότι «τα παραπάνω συμφωνήθηκαν στο πλαίσιο του σεβασμού του ιδιαίτερου θεσμικού κανονιστικού καθεστώτος του νόμου 27/1975Διαβάστε τον εδώ, ως ισχύει, του ειδικού νομοθετικού καθεστώτος του νόμου 2687/1953Διαβάστε τον εδώ ...καθώς και της κοινής σχετικής νομοθεσίας κατά τα λοιπά υπό το φώς του άρθρου 107 του Συντάγματος. Το παραπάνω θεσμικό πλαίσιο συνίσταται στην υιοθέτηση ήδη εδραιωμένου και πλήρως λειτουργικού συστήματος αντικειμενικής φορολόγησης πλοιοκτητών με βάση τη χωρητικότητα και την ηλικία των υπό ελληνική σημαία πλοίων. Στη συνέχεια, με σειρά διαχρονικών νομοθετημάτων, οι κρίσιμες διατάξεις των οποίων είναι αυξημένης τυπικής ισχύος και προστατευόνται από το ελληνικό Σύνταγμα, δημιουργήθηκε το απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο για να προσελκύσει την παλιννόστηση των, υπό σημαία τρίτων κρατών, ελληνόκτητων πλοίων».

Πέρα από τις αντιφάσεις που έχει το κείμενο αυτό (αν το πλαίσιο του 1939 ήταν λειτουργικό και μπορούσε να προσελκύσει πλοία στην ελληνική σημαία, τότε γιατί την εγκατέλειψαν τόσα πολλά μετά τον πόλεμο;), δεν απαντά στον πυρήνα της κοινοτικής κριτικής σχετικά με το φορολογικό καθεστώς. Κι αυτή συνοψίζεται στη φράση «η μόνη ναυτιλιακή δραστηριότητα που πρέπει να μείνει αφορολόγητη είναι η θαλάσσια μεταφορική δραστηριότητα». Πάντως οι εφοπλιστές λένε ότι με την εισφορά αυτή αλλά και την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης η φορολογική επιβάρυνση της ναυτιλιακής κοινότητας ανέβηκε οκτώ φορές.

Έτσι, η ανοδος στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ –που είχε επικρίνει δριμύτατα, τέσσερις μήνες πριν, τον εθελοντικό χαρακτήρα της έκτακτης εισφοράς των εφοπλιστών– συνέπεσε με μιαν εξειδίκευση από την πλευρά της Κομισιόν του πού και του πώς θα ήθελε να φορολογηθούν επιπλέον οι εφοπλιστές.

Ringfencing (οριοθέτηση)

Αυτή είναι η φράση που χρησιμοποιεί η επίτροπος Ανταγωνισμού Βεστάνγκερ προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας της να πάρει μέτρα ώστε η ενίσχυση προς τη ναυτιλία να γίνει «πιο στοχευμένη, και να μην απλώνεται σε κάθε τι που πλέει, είτε εκτελεί, είτε δεν εκτελεί εμπορικό μεταφορικό έργο», σύμφωνα με έναν Ευρωπαίο αξιωματούχο. Η Επιτροπή ζητά να ορίζονται σαφώς τα έσοδα από τον φόρο χωρητικότητας που προέρχονται από τη ναυτιλία, αλλά κι εκείνα που προέρχονται από επενδύσεις (αγορά και πώληση πλοίων) ή άλλες δραστηριότητες. «Πρέπει να γίνει σαφές», λέει ο εκπρόσωπος της Βεστάνγκερ, Ρικάρντο Καρντόζο, «ότι το εισόδημα των μετόχων δεν αφορά εισόδημα που προέρχεται από ναυτιλιακές δραστηριότητες, αλλά μάλλον εισόδημα που προέρχεται από επενδυτικές δραστηριότητες.

Το να προσφέρεις ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς στους μετόχους των εφοπλιστικών εταιρειών είναι αντίθετο με τις κατευθυντήριες γραμμές της ενίσχυσης της ναυτιλίας. Δεν είναι δύσκολο να διαχωριστούν κέρδη που προέρχονται κατευθείαν από τη λειτουργία των πλοίων και άλλα, όπως αυτά που απολαμβάνουν οι μέτοχοι. Στο επίπεδο των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, πρέπει να τηρούνται ξεχωριστοί λογαριασμοί από τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις για να καταγράφονται κόστη και εισόδημα από την ναυτιλία και από τις αλλες δραστηριότητες, όπως ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ή υπηρεσίες οδικών μεταφορών».

Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο, να συγχέεται δηλαδή το πορτοφόλι της ναυτιλίας με το άλλο πορτοφόλι του μετόχου, δεν γίνεται πλέον και ότι στα “μεγάλα ναυτιλιακά σπίτια” κάθε ξεχωριστή δραστηριότητα αποτελεί φυσικά και ξεχωριστό κέντρο κόστους. Όμως ελεγκτές της εφορίας και δικηγόροι βεβαιώνουν ότι δεν ισχύει πάντα αυτό στην πράξη, ιδιαίτερα στις μικρότερες εταιρείες.

Ποιος λοιπόν είναι ο στόχος της Επιτροπής; «Ξεκάθαρα το μέρισμα», συμφωνούν αξιωματούχοι της σημερινής και της προηγούμενης κυβέρνησης. Ο ίδιος ο Καρντόζο το επιβεβαιώνει σε ερωτήσεις του inside story: «ένα κράτος-μέλος μπορεί να απαλλάξει από τους φόρους ναυτιλιακές εταιρείες, αντικαθιστώντας το ισχύον συστημα φορολόγησης εταιρειών, που βασίζεται στη φορολόγηση κερδών, με τη φορολόγηση επί της χωρητικότητας. Παρόλα αυτά, μερίσματα και κέρδη επί του κεφαλαίου που προέρχονται από την μεταβίβαση μετοχών ναυτιλιακών δεν αφορούν εισόδημα των μετόχων που προέρχεται από ναυτιλιακές δραστηριότητες, αλλά από επενδυτικές. Η ανάλυση της Επιτροπής για το ελληνικό σύστημα φορολόγησης χωρητικότητας εφαρμόζει απλά τις κατευθυντήριες γραμμές, διασφαλίζοντας ότι ο φόρος χωρητικότητας εφαρμόζεται για την ανάπτυξη γνήσιων δραστηριοτήτων ναυτιλιάς, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο».

Το Σύνταγμα του 1975 προστατεύει και το εισόδημα του εφοπλιστή από την αγοραπωλησία πλοίων. Οι Έλληνες εφοπλιστές τα προηγούμενα χρόνια αγόρασαν σε εξαιρετικά συμφέρουσες τιμές δεκάδες, ίσως κι εκατοντάδες πλοία του ευρωπαϊκού Βορρά, που είχαν αγοραστεί από Γερμανούς ή Νορβηγούς φορολογούμενους αρχικά με φορολογική επιδότηση από τα κράτη τους. Σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια πλοία, αφού αγοράστηκαν από τους Έλληνες εφοπλιστές, πουλήθηκαν αργότερα και πάλι σε εφοπλιστικές εταιρείες της Γερμανίας ή της Νορβηγίας σε τιμή πολλαπλάσια αυτής στην οποία είχαν αγοράσει οι Έλληνες. Έτσι, οι “βόρειοι” ζημιώθηκαν δύο φορές, ενώ η φορολογική επιδότηση της συμμετοχής τους στην αγορά του πλοίου στην πρώτη φάση, ευνόησε έμμεσα και τον Έλληνα αγοραστή.

Ορισμένοι αξιωματούχοι στον ευρωπαϊκό Βορρά θεωρούν ότι αυτός ο απολύτως συνηθισμένος στη ναυτιλία κύκλος οδηγεί στη γιγάντωση του μεγαλύτερου στόλου της Ευρώπης με “ξένα κόλυβα”. Η κριτική είναι ωστόσο άδικη, διότι οι Έλληνες πλοιοκτήτες συνήθως παίρνουν τη σωστή απόφαση στη σωστή στιγμή, δρώντας “αντικυκλικά” την ώρα που οι βόρειοι αγοράζουν όταν η αγορά ναύλων ανεβαίνει. Η επιχειρηματική οξυδέρκεια των Ελλήνων –και όχι οι φορολογικές επιδοτήσεις– είναι που καθορίζει τον κύκλο αυτό των αγοραπωλησιών στα πλοία. Είναι άλλο ζήτημα το αν όλο αυτό θα γινόταν σε πιο περιορισμένο βαθμό αν δεν προστατεύονταν επιπλέον φορολογικά οι αγοραπωλησίες στην Ελλάδα.


Μας δίνετε δύο, να σας δώσουμε τρία;

Αμέσως μετά την προειδοποιητική επιστολή που έστειλε η Επιτροπή στην ελληνική κυβέρνηση το 2016Διαβάστε την εδώ, αξιωματούχοι του ελληνικού υπουργείου Οικονομικών διαπραγματεύθηκαν με τη σχετική διεύθυνση της Επιτροπής με στόχο να μη φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο, ώστε να υπάρξουν οι μικρότερες δυνατές απώλειες για την ελληνική ναυτιλία. «Αν σας δώσουμε τα δύο, μας δίνετε τα τρία;» ρώτησαν. «Αν μας δώσετε τα δύο θα σας παραπέμψουμε για τα αλλα τρία», ήταν η απάντηση των επιτελών της σκληρής Δανέζας επιτρόπου.

Κάποιοι στον Πειραιά πιστεύουν ότι η Βεστάνγκερ θέλει να γίνει πρωθυπουργός της Δανίας και γι αυτό το “τραβάει”. Αλλά μάλλον δεν την γνωρίζουν καλά, όπως λένε όσοι έχουν διαπραγματευτεί μαζί της. «Είναι σκληρή, πάντα προετοιμασμένη κάλα στις υποθέσεις της και δεν θα βάλει εύκολα νερό στο κρασί της», λέει αξιωματούχος της προηγούμενης κυβέρνησης που επισημαίνει ακόμα ότι «την Ευρώπη την ενδιαφέρει να κλείσει τώρα τη φορολογική τρύπα και δεν την ενδιαφέρει τι θα γίνει μετά, αν π.χ. τα πλοία μετακομίσουν κάπου αλλού, κι εδώ που τα λέμε για την ώρα δεν έχουν πάρα πολλές επιλογές για άλλες σημαίες, καθώς ακόμα κι αν αλλάξουν σημαία δεν θα μείνει αλώβητο το τραπεζικό τους απόρρητο από την ελληνική εφορία». «Δεν θέλουμε ειδική μεταχείριση, αλλά τη μεταχείριση της μεγαλύτερης ναυτιλίας της ηπείρου», λέει κυβερνητικός αξιωματούχος της προηγούμενης κυβέρνησης.

Το μεγέθος βέβαια δεν διασφαλίζει ότι η χώρα δεν θα βρεθεί κατηγορούμενη στο δικαστήριο και το ερώτημα είναι αν, μέχρι να τελειώσει η δίκη, οι εφοπλιστές φορολογικοί κάτοικοι της χώρας μας θα είναι ακόμα εδώ ή θα έχουν αναζητήσει πιο ασφαλές λιμάνι. Αν υπάρχει τέτοιο.
Οι έλεγχοι της λίστας Λαγκάρντ 
Στους ελέγχους της λίστας Λαγκάρντ περιλαμβάνονται 24 εφοπλιστές. Ένα από τα εργαλεία που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν οι ελεγκτές είναι η νομοθεσία CFCΝομοθεσία για “Ελεγχόμενες Εταιρείες Αλλοδαπής” του ΟΟΣΑ, που μετατράπηκε σε εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας το 2013 και επέβαλε τον διαχωρισμό της περιουσίας μιας ναυτιλιακής εταιρείας holding σε «παθητικό εισόδημα», που πρέπει να φορολογείται με τις γενικές διατάξεις και «κεφάλαιο κίνησης» που πρέπει να μένει αφορολόγητο (η νομοθεσία CFC διαχωρίζει εν μέρει το ναυτιλιακό από το μη ναυτιλιακό κεφάλαιο που διαχειρίζεται μια εφοπλιστική εταιρεία, αν και η Κομισιόν θεωρεί ότι δεν επαρκεί για να γίνει ολοκληρωμένα ο διαχωρισμός). Όμως, μόνο σε μια περίπτωση αξιοποιήθηκε το εργαλείο αυτό. 
Στα πλαίσια της έρευνας αυτής, το inside story μίλησε με πέντε συνηγόρους φορολογουμένων που ελέγχθηκαν τα προηγούμενα τρία χρόνια για χρήση ναυτιλιακού συναλλάγματος, είτε από μερίσματα ναυτιλιακής εταιρείας είτε από πώληση πλοίου. Στις πέντε αυτές περιπτώσεις οι ελεγχόμενοι, εκτός από τη βεβαίωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας, δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν στοιχεία με τα οποία να αποδεικνύεται η προέλευση του συναλλάγματος (όπως τραπεζικές κινήσεις, ταυτοποίηση του πωλητή του πλοίου κ.λπ.) 
Σε μία περίπτωση, όταν ζητήθηκε από τους ελεγκτές απόδειξη με βάση τις χρηματοροές ότι το κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ενός σπιτιού προερχόταν πράγματι από δραστηριότητες που ο συνταγματικός νομοθέτης θεωρεί αφορολόγητες, ο ελεγχόμενος μήνυσε τους ελεγκτές, ενώ ανώτερο στέλεχος της κυβέρνησης Τσίπρα που ανήκει στους ΑΝΕΛ κατηγόρησε το ΚΕΦΟΜΕΠ (Κέντρο Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου) ότι επιδίδεται σε πολιτικό κυνήγι μαγισσών. 
Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση Σαμαρά είχε ορίσει με νόμο του 2013Διαβάστε εδώ το νόμο 4141/2013 ότι αρκούσε μια βεβαίωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας ότι το συνάλλαγμα που εισήγαγε στη χώρα προερχόταν από ναυτιλιακή δραστηριότητα, για να κλείσει ο έλεγχος των εφοριακών σε εκκρεμείς υποθέσεις. Αλλά σε άλλο σημείο του νόμου οι ίδιοι ελεγκτές μπορούσαν, αν το θεωρούσαν επιβεβλημένο, να ζητήσουν και τις τραπεζικές κινήσεις σαν πρόσθετα στοιχεία για να πιστέψουν τον ελεγχόμενο. 
Το πρόβλημα βρίσκεται στη “βιομηχανία” των βεβαιώσεων εισαγωγής ναυτιλιακού συναλλάγματος που δίνονταν επί χρόνια, χωρίς οι ελεγκτικές αρχές να κάνουν ακριβώς την δουλειά τους όπως επέβαλε η νομοθεσία. Ήδη από το 2009 είχε εκδοθεί γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του ΚράτουςΔιαβάστε την εδώ σύμφωνα με την οποία οι ναυτιλιακές εταιρείες με πλοία ξένης σημαίας που εγκαθίστανται στην Ελλάδα δικαιούνται μεν να προβαίνουν σε συμβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων προς επένδυση των κερδών τους από την άσκηση της νόμιμης δραστηριότητάς τους, «ως προς τις πράξεις ή συμβάσεις αυτές όμως ...υπόκεινται σε φορολόγηση κατά τις σχετικές γενικές διατάξεις».

Συνεπώς, οι Έλληνες εφοπλιστές έχουν κι άλλα εισοδήματα που αποκτώνται από μη ναυτιλιακές δραστηριότητες και σε αρκετές περιπτώσεις ενσωματώνονται στα κέρδη ναυτιλιακών εταιρειών. 
Στο ίδιο διάστημα πάντως, από τα στελέχη της ΕΕΕ που ελέγθηκαν αποδείχθηκε ότι δύο εταιρείες διατηρούσαν απολύτως διακριτές απεικονίσεις των αφορολόγητων και μη αφορολόγητων ταμειακών ροών τους.

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top