Σε μία ανάλυση του γνωστού Γερμανού πανεπιστημιακού Μάνφρεντ  Σμιτ, στο βιβλίο του «Θεωρίες της Δημοκρατίας»[1] περιγράφει μεταξύ άλλων τις προκλήσεις που έχει μία δημοκρατία όταν αυτή προσπαθεί να επιβιώσει. Είναι τόσο χαρακτηριστικές αυτές οι προκλήσεις, οι οποίες παρόλο που γράφτηκαν το 2000, επιβεβαιώνουν ότι η σημερινή Ελληνική δημοκρατία είναι πλέον όχι στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, αλλά κλινικά νεκρή. Σύμφωνα λοιπόν με τον Σμιτ, στα επίκαιρα ερευνητικά συμπεράσματα, υπάρχουν έξι προκλήσεις που, είναι επικίνδυνες ακόμη και για τις πιο ικανές δημοκρατίες, οι οποίες είναι:

Η πρώτη πρόκληση, ως επί το πλείστον λανθάνουσα, κάποιες φορές φανερή, είναι η αποφυγή τόσο της «ανατροπής των ελίτ» (elite subversion) όσο και της «αποχώρησης των μαζών» (mass defection). Η αποχώρηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού από την πολιτική συμμετοχή θα ήταν απειλητική για τη δημοκρατία. Ένα κάποιο ποσοστό πολιτικής απάθειας και αδιαφορίας δεν βλάπτει την πολιτική σταθερότητα. Ακόμη και μια περαιτέρω μείωση της εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς μπορεί να αντιμετωπιστεί . Ωστόσο επικίνδυνο για την υπόσταση της δημοκρατίας θα ήταν εάν το μεγαλύτερο μέρος των εκλογέων, από αντίθεση στους κανόνες συμμετοχής, απείχε από τις διαδικασίες διαμόρφωσης πολιτικής βούλησης και λήψης δημοσίων αποφάσεων. Γιατί δεν νοείται δημοκρατία χωρίς δημοκράτες.

Η δεύτερη πρόκληση και επικίνδυνη για τη δημοκρατία θα ήταν επίσης μια κατανομή της εξουσίας που εξασφαλίζει στις δυνάμεις που αντιτίθενται στο σύστημα, είτε το προβάδισμα στο κομματικό σύστημα και το κοινοβούλιο είτε τουλάχιστον τη δυνατότητα αποκλεισμού στη λαϊκή αντιπροσώπευση. Αυτό συνέβη στη χώρα μας όταν παντού το κομματικό σύστημα αντικατάστησε το κρατικό, με αποτέλεσμα την γιγάντωση όχι μόνο του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά ακόμα και σε μερικές περιπτώσεις και του ιδιωτικού(ΜΜΕ).

Η τρίτη και διαρκής πρόκληση για τη δημοκρατία εξάλλου προέρχεται από την «αστάθεια του αριθμού», σύμφωνα με την οξυδερκή κριτική του Χομπς. Αν ο λαός πάψει να ανέχεται αυτή την αστάθεια, λ.χ. τις κυμαινόμενες εκλογικές πλειοψηφίες, την εκμετάλλευση των μειονοτήτων ή την έντονη δυσαναλογία μεταξύ ποσοστού ψήφων και εδρών, τότε η κατάσταση γίνεται κρίσιμη. Ακόμη μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, όταν ο λαός δεν ανέχεται πλέον την εξάρτηση των πολιτικών αποτελεσμάτων από τις εκάστοτε διαδικασίες και επαναστατεί, λ.χ. ενάντια στην εξάρτηση της νίκης ή της ήττας ενός κόμματος από ένα συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα.

Η τέταρτη πρόκληση έχει τις απαρχές της στην αντίφαση μεταξύ της έντονης διεθνούς αλληλεξάρτησης από τη μια και της εθνικής-τοπικής θεμελίωσης της δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου και του δήμου της από την άλλη. Η έντονη αυτή διεθνής αλληλεξάρτηση, για παράδειγμα η παγκοσμιοποίηση ολόκληρων τομέων της οικονομίας, περιορίζει το πεδίο δράσης της δημοκρατικά νομιμοποιημένης κυβέρνησης σε εθνικό επίπεδο, εκτός και αν η εν λόγω συρρίκνωση του πεδίου δράσης αντισταθμιστεί με προσπάθειες εκδημοκρατισμού σε διεθνές ή υπερεθνικό επίπεδο. Νομίζω ότι η λέξη «Τρόικα», τα λέει όλα.

Η πέμπτη πρόκληση της δημοκρατίας προκύπτει από την έμφυτη τάση της να ικανοποιεί πρωτίστως τις ανάγκες της στιγμής λειτουργώντας έτσι  εις βάρος του μέλλοντος. Η μετάθεση των υποχρεώσεων στις μελλοντικές γενιές είναι πολύ βολική και, από πολιτική άποψη, εύκολα πραγματοποιήσιμη, μιας και οι μελλοντικές γενιές ούτε δικαίωμα ψήφου έχουν ούτε άλλες πηγές εξουσίας. Με αυτό τον τρόπο εξυπηρετούνται καλύτερα τα επίμονα συμφέροντα του παρόντος, κυρίως αυτά που είναι αποφασιστικά για τη διατήρηση ή την απώλεια της εξουσίας. Και όμως, αυτή η μετατόπιση του βάρους στο μέλλον μπορεί να γίνει μπούμερανγκ και να ξαναγυρίσει σε εκείνους που την προξενούν, αν ένα τμήμα των συνεπειών γίνεται αισθητό και στο παρόν. Ακριβώς αυτό συμβαίνει στην περίπτωση του δημοσίου χρέους, στο οποίο είναι επιρρεπείς τόσο η δημοκρατία όσο και τα περισσότερα μη δημοκρατικά συστήματα. Ωστόσο η αντιμετώπιση ενός υψηλού δημοσίου χρέους με τόκους και αποσβέσεις, περιορίζει κατά πολύ το πεδίο δράσης του κρατικού προϋπολογισμού και παρεμποδίζει έντονα τη δυνατότητα αντίδρασης σε συγκεκριμένες καταστάσεις και την ικανότητα διαμόρφωσης πολιτικής.

Η έκτη πρόκληση  είναι όταν οι πολιτικά υπεύθυνοι σε μία δημοκρατία συνήθως δυσκολεύονται να διορθώσουν λάθη του παρελθόντος, δηλαδή να ανακαλέσουν τη μακροπρόθεσμη μετατόπιση του βάρους στις πλάτες άλλον. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το δημόσιο χρέος και η πολιτική αναστάτωση που προκαλούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, όταν η οικονομική πολιτική προσανατολίζεται στην απάλειψη παλαιών χρεών. Τα παραπάνω ενισχύουν την υπόθεση πως η ικανότητα της δημοκρατίας να διορθώνει τα λάθη της, μια ικανότητα η  οποία ήδη θεωρείται ως ιδιαίτερο πλεονέκτημα αυτής της μορφής εξουσίας, είναι σημαντικά μικρότερη απ' ό,τι θα αναμέναμε. Τα αντανακλαστικά αυτά ενεργοποιούνται μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες και πολλές φορές είναι πολύ φτωχά, ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της δημοκρατίας. Δυστυχώς και αυτή η πρόκληση υπάρχει πλέον στην χώρας μας.

Το ερώτημα που εγείρει ο Σμιτ είναι:

Πόσο μεγάλη είναι η πιθανότητα να εμφανιστούν οι έξι αυτές προκλήσεις; Εκεί δίνει κάποιες συνθήκες από τι οποίες μπορούν οι κοινωνικές επιστήμες να διαγνώσουν την ύπαρξη αυτών των προκλήσεων, αν και στην χώρας μας είναι πλέον κραυγαλέες και ευδιάκριτες. Αυτές είναι:

Πρώτη:  Η απάθεια και η αδιαφορία ενός μεγάλου τμήματος των ψηφοφόρων. Αλλά και αυτό φαίνεται να το αντέχει η δημοκρατία, μια χωρίς αμφιβολία αρκετά ευέλικτη θεσμική οργάνωση. Το ότι η πολιτική απάθεια και η αδιαφορία μπορούν να κερδίσουν έδαφος σε άλλες δημοκρατίες ανήκει στη σφαίρα του δυνατού, αν λάβουμε υπόψη μας την αυξανόμενη εκκοσμίκευοη, τον αυξανόμενο ατομικισμό και την εκτεταμένη δυσαρέσκεια με την τέχνη του κυβερνάν. Θα ήταν όμως απορίας άξιον εάν και οι δύο λάμβαναν οριακές τιμές, μιας και στις περισσότερες παγιωμένες δημοκρατίες υφίστανται και αντίθετες τάσεις, όπως κυρίως το υψηλό πολιτικό ενδιαφέρον και η υψηλή προθυμία συμμετοχής εκ μέρους των πιο μορφωμένων ψηφοφόρων.

Δεύτερη:  Το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα τα κόμματα με αντισυστημική ιδεολογία έπαιξαν δευτερεύοντα ρόλο στις παγιωμένες δημοκρατίες - σε αντίθεση με το πρώτο μισό. Οι υπάρχουσες διαπιστώσεις σχετικά με τα κομματικά συστήματα και τις γραμμές αντιπαράθεσης τους δεν υπαινίσσονται μεγαλύτερες μεταβολές. Ωστόσο είναι δυνατή μια εξαίρεση: η εμφάνιση εθνικών-θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, η οποία μπορεί να πάρει σημαντικές διαστάσεις στην περίπτωση μαζικής μετανάστευσης ή στην περίπτωση μεγάλης διαφοράς του ποσοστού γεννήσεων μεταξύ των παλαιών κατοίκων και του νέο-εισερχόμενου πληθυσμού στις παγιωμένες δημοκρατίες.

Τρίτη: η  πιθανή πολιτικοποίηση της «αστάθειας του αριθμού». Κανένας κίνδυνος δεν απειλεί τη δημοκρατία από αυτή την πλευρά,εφόσον ο δήμος δεν υιοθετεί τις επαναστατικές ιδέες των επικριτών της δημοκρατίας και δεν λαμβάνει υπόψη του το γεγονός πως ακόμη και μικρές παραλλαγές των κανόνων επιφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα, ή εφόσον δεν υποκινείται από διανοούμενους ή πολιτικούς με δημαγωγικές ικανότητες.

Ο Σμιτ καταλήγει στο ότι είναι άσκοπο να κάνουμε σκέψεις για την πιθανότητα εμφάνισης αυτών των μεγεθών επειδή έχουν εμφανιστεί ήδη  και έχουν επιβαρύνει έντονα τη δημοκρατία. Αυτά τα έλεγε  όμως το 2000. Δυστυχώς διαψεύστηκε,  μιας και αυτά τα φαινόμενα και οι προκλήσεις εμφανίστηκαν στην Ελλάδα του 2011. Επισημάνει επίσης ότι,  ωστόσο η επίδραση από αυτά τα βάρη, όπως και όλα στην πολιτική, είναι αόριστη και η εκδήλωση τους, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, όπως αυτές που επικρατούν μέχρι τώρα, μπορεί να παραμείνει πολιτικά λανθάνουσα. Κάτι τέτοιο είναι πιθανό όταν ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση τα μετατρέπουν σε καίριο πολιτικό θέμαΌπως επισημαίνει όμως ότι παρ' όλα αυτά, τα προβλήματα της δημοκρατίας θα μπορούσαν να μετατραπούν σε σημαντικό έλλειμμα νομιμότητας

Το αποτέλεσμα αυτό είναι αναμενόμενο, κυρίως στην περίπτωση που τα κυβερνητικά κόμματα ή η αντιπολίτευση ή και τα δύο παρουσιάζουν τα δημοκρατικά ελλείμματα ως επίμαχα πολιτικά θέματα,και αν ταυτόχρονα δεν διαφαίνεται κάποια βραχυπρόθεσμη λύση. Η μοναδική διέξοδος που απομένει είναι η βελτίωση της ικανότητας διόρθωσης των σφαλμάτων. Εάν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, κυρίως στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, θα μπορέσει να διαπιστωθεί τις επόμενες δεκαετίες, μεταξύ άλλων και από το εάν οι δημοκρατίες μειώσουν το υψηλό δημόσιο χρέος και από το εάν μπορούν να παγιώσουν οικονομικά την ανάπτυξη των κοινωνικών δαπανών που έχουν προκαλέσει οι ίδιες.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω το εξής: ο τρόπος οργάνωσης του κράτους, δηλαδή η μορφοποίηση της κρατικής εξουσίας  είναι αυτό που γεννάει το πολίτευμα[2]. Θεωρητικά λοιπόν έχουμε προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία με 3 εξουσίες (εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική). Στην πράξη όμως το κράτος μας είναι το πιο διεφθαρμένο της Ευρώπης,  είμαστε πρωταθλητές και στην δωροδοκία[3], οι πολιτικοί  αλλά και οι επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τιμωρούνται, αλλά, και το πιο σοβαρό από όλα είναι ότι οι νόμοι ουδέποτε εφαρμόζονται.  Άρα λοιπόν η δημοκρατία μας στην πράξη χρεωκόπησε. Μόνο όταν θα  έχουμε ένα κράτος και ένα δημοκρατικό πολίτευμα που να παράγει μία  κοινωνία πολιτών και πολιτικών με πολιτική παιδεία, πολιτικές αρετές, εντιμότητα, εργατικότητα, καινοτομία και πληθυσμιακή πολιτική θα έχουμε ελπίδες για το αύριο. Διότι η χρεωκοπία μας δεν είναι ζήτημα πόρων αλλά πάνω από όλα είναι ζήτημα Παιδείας(κουλτούρας). [4] Αυτό που χρειαζόμαστε είναι επανεκκίνησητων θεσμών της  πολιτείας, του κράτους  και πάνω από όλα των αξιών της Ελληνικής κοινωνίας.


Σημειώσεις

[1]- «Θεωρίες της Δημοκρατίας», Σαββάλας, 2004, σελ 599-603.
[2]-Αντώνης Μανιτάκης, «Τι είναι το πολίτευμα», Σαββάλας, 2009, σελ 19.
[4]- Τζων Ρωλς, «Το δίκαιο των Λαών», Ποιότητα, 2003, σελ 195

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top