Η Γερμανία φιλοδοξεί να μετατραπεί στον τρίτο μεγάλο πόλο του πλανήτη, απομονώνοντας τις Η.Π.Α. και κυριαρχώντας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της κρίσης – ο ρόλος της πολιτικής λιτότητας και τα διάφορα είδη χρεών
«Η Ευρώπη δεν θα επέτρεπε ποτέ στην Ελλάδα να επιτύχει με ένα δικό της νόμισμα, αφού τότε πολλές χώρες θα άρχιζαν να αναρωτιούνται εάν θα ήταν καλύτερα να εγκαταλείψουν και αυτές το ευρώ – με αποτέλεσμα τη διάλυση της Ευρωζώνης, καθώς επίσης της ΕΕ».
Ανάλυση

Είναι προφανές ότι, δημιουργούνται πλέον σαφείς συμμαχίες στον πρώτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, ο οποίος «μαίνεται» από το 2008 – με κριτήριο την πρόσφατη διαμάχη σχετικά με την υποκλοπή των συνομιλιών του ΔΝΤ όπου, όπως φαίνεται, η κυβέρνηση μας τοποθετήθηκε με την πλευρά της Γερμανίας. Εμείς βέβαια συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως η Ελλάδα κινδυνεύει να «αποβληθεί» από τη ζώνη του Ευρώ – αφού θα συνεχίσει δυστυχώς να αποτελεί την ιδανική υποψήφια χώρα, για τον παραδειγματισμό των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης.

Το αγγλοσαξονικό μέτωπο, εκπροσωπούμενο από τη Μ. Βρετανία (με τις Η.Π.Α. στο παρασκήνιο), παίρνει νέες θέσεις μάχης, απειλώντας να διαλύσει την ΕΕ με το δημοψήφισμα της βρετανικής εξόδου – ενώ το γερμανικό, με άβουλο συνεργό του τη Γαλλία, κατάφερε τελικά να ηγηθεί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, δημιουργώντας μία ισχυρή συμμαχία.

Το τρίτο μέτωπο του πολέμου, η Κίνα, ανασυντάσσεται, έχοντας υποστεί μεγάλα πλήγματα στην οικονομία της – ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη, κυρίως η Ρωσία, η οποία στηρίζεται αφενός μεν στα ενεργειακά της αποθέματα, αφετέρου στην ισχυρή πολεμική της μηχανή, παρακολουθούν προσεκτικά τις κινήσεις των ανταγωνιστών τους. Από τις άλλες χώρες των BRICS, η Βραζιλία και η Ν. Αφρική αντιμετωπίζουν ξανά το σκοτεινό πρόσωπο της χρεοκοπίας, ενώ η Ινδία ακολουθεί το δικό της δρόμο – χωρίς ουσιαστικά να συμμετέχει στον πόλεμο.

Η Γερμανία, έχοντας τεράστια αδυναμία στο χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως φαίνεται από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Deutsche Bank, θα προσπαθήσει να περιορίσει την «εμβέλεια» του το συντομότερο δυνατόν – μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της θέσπισης αυστηρότερων ρυθμιστικών πλαισίων. Οι προθέσεις της αυτές θα τη φέρουν αντιμέτωπη με το μένος των αγγλοσαξονικών χρηματοπιστωτικών αγορών – οι οποίες θα προσπαθήσουν να αντεπιτεθούν, ως συνήθως με τη βοήθεια των εταιρειών αξιολόγησης, του ΔΝΤ, των Hedge funds, καθώς επίσης όλων των υπολοίπων όπλων μαζικής καταστροφής, τα οποία διαθέτουν.

Από την άλλη πλευρά η ίδια χώρα, πάντοτε με «υποτελή συνοδοιπόρο» τη Γαλλία, έχοντας να αντιμετωπίσει την κινεζική «παραγωγική μηχανή», η οποία στηρίζεται στους χαμηλούς μισθούς των εργαζομένων της, στις ανύπαρκτες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης στον απολυταρχισμό της κεντρικής διοίκησης, προσπαθεί ήδη να δημιουργήσει ανάλογες συνθήκες εντός της Ευρώπης – κυρίως στις χώρες του Νότου και της Α. Ευρώπης, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της λειτουργίας ειδικών οικονομικών ζωνών, καθώς επίσης της εγκατάστασης πανίσχυρων φοροεισπρακτικών δομών, «τύπου SS», οι οποίες ουσιαστικά επιβάλλουν το φόβο και τον απολυταρχισμό στις σύγχρονες κοινωνίες.

Παράλληλα, η Γερμανία θα συνεχίσει να επεκτείνεται εξαγωγικά, καθώς επίσης με τις εμπορικές επιχειρήσεις της σε όλη την έκταση της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη μία καταναλωτική αγορά 500 εκ. ανθρώπων – ταυτόχρονα με τις εξαγορές σε τιμές ευκαιρίας των τοπικών κερδοφόρων/στρατηγικών/κοινωφελών επιχειρήσεων των αδύναμων χωρών, με τη βοήθεια της πολιτικής λιτότητας που επιβάλλει.

Στα πλαίσια αυτά, θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται την εμπειρία και τις μεθόδους του ΔΝΤ, το οποίο πιθανολογούμε ότι χρησιμοποιήθηκε από τη Γερμανία, για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» – ενώ λειτουργούσε παράλληλα ως εντολέας των αγορών, με στόχο την επέλαση τους στην Ευρωζώνη, με τη βοήθεια του ελληνικού Δούρειου Ίππου.

Τέλος, αργά ή γρήγορα θα υποκύψει και η Γαλλία, οπότε το γερμανικό βιομηχανικό Καρτέλ, εξαγοράζοντας τις μεγαλύτερες γαλλικές επιχειρήσεις, θα γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού εντός της Ευρώπης – εάν δεν μεσολαβήσουν έκτακτα γεγονότα.

Η πολιτική της λιτότητας

Περαιτέρω, τα προβλήματα που δημιουργούνται από το δανεισμό, δεν οφείλονται τόσο στο απόλυτο μέγεθος του χρέους αλλά, κυρίως, στη δυνατότητα ή μη της εξυπηρέτησης του – στο εάν δηλαδή μπορεί ένα κράτος να εξοφλήσει τους ληξιπρόθεσμους τόκους και τα χρεολύσια (δόσεις), με βάση τη δανειακή συμφωνία που έχει υπογραφεί. Ακριβώς για το λόγο αυτό οι αποφάσεις δανειοδότησης ή μη εκ μέρους των τραπεζών, όσον αφορά τους ιδιώτες ή/και τις επιχειρήσεις, δεν βασίζονται τόσο στις παρεχόμενες εμπράγματες εγγυήσεις, όσο στις δυνατότητες αποπληρωμής του αιτουμένου δανείου.

Η μείωση των κρατικών δαπανών, η αύξηση των εσόδων, το ύψος του επιτοκίου, καθώς επίσης ο χρόνος αποπληρωμής, από τον οποίο εξαρτώνται οι εκάστοτε δόσεις, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες εξυπηρέτησης του χρέους – ενώ η αύξηση των εσόδων μπορεί να προέλθει είτε από υψηλότερους φόρους (τιμές πώλησης για μία επιχείρηση), είτε από τη μεγαλύτερη ανάπτυξη (τζίρος για μία επιχείρηση).

Σε γενικές γραμμές δε, με δεδομένα τα έσοδα και τις δαπάνες, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ (τζίρου), υποθέτοντας δηλαδή ότι είναι σταθερά, ο ρυθμός ανάπτυξης πρέπει να ξεπερνάει το ύψος του επιτοκίου – έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η ποσοστιαία επί του ΑΕΠ μείωση του χρέους. Εάν όμως η χώρα είναι βυθισμένη στον αποπληθωρισμό, ο οποίος υπολογίζεται τουλάχιστον στο -1% στην Ελλάδα, τότε ακόμη και το μηδενικό επιτόκιο, με το οποίο δανείζει η ΕΚΤ τις τράπεζες, δεν την καλύπτει – επειδή δεν αφαιρείται ο πληθωρισμός αλλά, αντίθετα, προστίθεται ο αποπληθωρισμός.

Συνεχίζοντας οι υψηλότεροι φόροι, όπως και η αύξηση των τιμών μίας επιχείρησης, μειώνουν συνήθως το ρυθμό ανάπτυξης – οδηγώντας τις περισσότερες φορές στην ύφεση (περιορισμός του τζίρου για μία επιχείρηση, μείωση του ΑΕΠ για ένα κράτος). Η ύφεση με τη σειρά της περιορίζει τα έσοδα, παρά την αύξηση των συντελεστών (φόρων για ένα κράτος, ποσοστών κέρδους για μία επιχείρηση), οπότε το αποτέλεσμα των ενεργειών μας είναι αρνητικό.

Από την άλλη πλευρά, εάν επιλέξουμε δηλαδή την ανάπτυξη αντί για τους φόρους, με στόχο την αύξηση των εσόδων, απαιτούνται επενδύσεις – είτε από το δημόσιο, είτε από τον ιδιωτικό τομέα μίας χώρας. Για να επενδύσει τώρα ο δημόσιος τομέας, σύμφωνα με την αντιμετώπιση των υφέσεων κατά τον Keynes (αναθέρμανση της ζήτησης και της προσφοράς, με τη βοήθεια του κράτους – το οποίο αργότερα, όταν «πάρει τη σκυτάλη» ο ιδιωτικός τομέας, οφείλει να αποσύρεται), είναι απαραίτητος ο δανεισμός του – μία δυνατότητα η οποία δεν υφίσταται, όταν το κράτος είναι υπερχρεωμένο, έχοντας παράλληλα μεγάλα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς του (ζημίες για μία επιχείρηση).

Επομένως, με στόχο πάντα την ανάπτυξη, οι επενδύσεις μπορούν να προέλθουν μόνο από τον ιδιωτικό τομέα – κάτι που προϋποθέτει αφενός μεν την κατανάλωση εκ μέρους των νοικοκυριών, καθώς επίσης το δανεισμό των επιχειρήσεων (ή τις επενδύσεις και από τους δύο), αφετέρου ένα σταθερό φορολογικό και οικονομικό περιβάλλον τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Όταν όμως τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα ή/και απαισιόδοξα για το μέλλον τους, οι επιχειρήσεις επίσης, ενώ το περιβάλλον είναι ασταθές, εκλείπουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης – οπότε η πολιτική λιτότητας (μείωση των δαπανών, αύξηση των εσόδων, με τη βοήθεια των φόρων ή των τιμών), θεωρείται ουσιαστικά μονόδρομος.

Η πολιτική λιτότητας τώρα προϋποθέτει επίσης χρηματοδότηση – αφού απαιτείται χρόνος για να αποδώσει «καρπούς», ενώ στην αρχή αυξάνει τα ελλείμματα και τα χρέη (λόγω υψηλών δαπανών από την ανεργία και μειωμένων εσόδων από την ύφεση). Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την εφαρμογή της στη Γερμανία, μετά την είσοδο της στην Ευρωζώνη (ατζέντα 2010) – όπου τα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς της υπερέβαιναν σταθερά τα κριτήρια του Μάαστριχτ (χωρίς φυσικά να απαιτήσουν τότε οι «εταίροι» της το σεβασμό των υπογεγραμμένων εκ μέρους της), παρά το ότι δεν είχε μεσολαβήσει η σημερινή κρίση.

Εάν όμως δεν υπάρχουν δυνατότητες αυτόνομης, βιώσιμης χρηματοδότησης (χαμηλά επιτόκια), πόσο μάλλον ολοκληρωτική αδυναμία, όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, η καταναγκαστική εφαρμογή της πολιτικής λιτότητας (εκ μέρους του ΔΝΤ, το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για την είσπραξη των απαιτήσεων των δανειστών μίας χώρας, σε συνδυασμό με τη λεηλασία της), οδηγεί στην κατάρρευση.
Για παράδειγμα, όταν μία ζημιογόνα επιχείρηση αυξήσει τις τιμές της, μειώνεται καταρχήν ο τζίρος και αυξάνουν οι ζημίες της – ενώ για να μειώσει τις δαπάνες της πρέπει να απολύσει προσωπικό, επιβαρυνόμενη με τις αποζημιώσεις του. Εάν λοιπόν δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί με λογικούς όρους, τότε επιταχύνει απλά την πορεία της προς την καταστροφή.

Στα πλαίσια αυτά, εάν δεν υπάρξει άμεση αναδιαπραγμάτευση του χρέους (ονομαστική διαγραφή πλέον, αφού η λύση της αναδιάρθρωσης αποτελεί παρελθόν), έτσι ώστε να αποδώσει η λιτότητα και να δημιουργηθούν γρήγορα συνθήκες ανάπτυξης, τότε η υπερχρεωμένη χώρα, όπως και η αντίστοιχη επιχείρηση, οδηγείται μονοδρομημένα στη χρεοκοπία – με μοναδική λύση πια την υπαγωγή στο άρθρο 99 για μία εταιρεία, καθώς επίσης την υποταγή στους δανειστές για ένα κράτος (εναλλακτικά τη στάση πληρωμών, αφού μία χώρα, σε αντίθεση με μία εταιρεία, δεν χάνει την εθνική της κυριαρχία – δεν μπορούν οι δανειστές της να προβούν σε κατασχέσεις κλπ.).

Με βάση τα παραπάνω είναι εμφανές ότι, εάν ένα κράτος θέλει να αποφύγει τη χρεοκοπία, οφείλει να ακολουθήσει μία διαφορετική οικονομική πολιτική
(α) όσον αφορά τα ελλείμματα του προϋπολογισμού του – η οποία να επικεντρώνεται στη μείωση των περιττών δαπανών λειτουργίας του και όχι στους φόρους,

(β) μία δεύτερη όσον αφορά τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου του – αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέσω κάποιας λογικής εσωτερικής υποτίμησης, μείωση των φόρων, παραγωγικές επενδύσεις, εξαγωγές,

(γ) καθώς επίσης μία τρίτη, όσον αφορά τα χρέη του – όπου είτε θα επιλεχθεί η επιμήκυνση τους με βιώσιμα επιτόκια, δηλαδή με χαμηλότερα από τον πληθωρισμό, είτε η ονομαστική διαγραφή τους, εφόσον έχει παρέλθει πλέον ο χρόνος που είχε στη διάθεση του για την αναδιάρθρωση και είναι αδύνατον πια να λειτουργήσει.

Εν τούτοις, στην περίπτωση της Ελλάδας βλέπουμε πως επιβάλλεται από τη Γερμανία η ίδια πολιτική (μείωση μισθών, αύξηση των φόρων) και για τους τρεις προβληματικούς τομείς – οπότε είναι καταδικασμένη να χρεοκοπήσει, ενώ δεν είναι δυνατόν να επιλυθεί το βασικό της πρόβλημα, η ανεργία, με καταστροφικά αποτελέσματα για την οικονομία της, για το ασφαλιστικό κοκ.

Ανεξάρτητα όμως από το επώδυνο θέμα της ανεργίας (το οποίο θεωρούμε ως το σημαντικότερο πρόβλημα, μαζί με την αναδιανομή των εισοδημάτων και την ασύμμετρη κατανομή ελλειμμάτων/πλεονασμάτων στην Ευρώπη), πριν ακόμη οδηγηθούμε σε συμπεράσματα, θα αναλύσουμε τα κύρια είδη του χρέους, έτσι ώστε να συγκεκριμενοποιήσουμε τη θέση της χώρας μας.

Τα είδη του χρέους

Τα δημόσια χρέη ενός κράτους, έναντι των οποίων δυστυχώς δεν τοποθετούνται τα περιουσιακά του στοιχεία, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις (Ισολογισμοί), διακρίνονται στα παρακάτω είδη:

(α) Εμφανή και κρυφά: Εκτός από τα χρέη που δημοσιεύονται ετήσια από τα κράτη (εμφανή), υπάρχουν επί πλέον τα κρυφά χρέη, τα οποία σπάνια ανακοινώνονται – παρά το ότι επιβαρύνουν στο σύνολο τους τα δημόσια ταμεία. Ορισμένα από αυτά είναι οι απαιτήσεις των πολιτών για συντάξεις, οι αποζημιώσεις των δημοσίων υπαλλήλων, τα χρέη των επιχειρήσεων του στενότερου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, για τα οποία ευθύνεται το κράτος, τα χρέη των λοιπών οργανισμών του δημοσίου, τα οποία δεν εμφανίζονται κλπ.

Οι κρυφές αυτές υποχρεώσεις αλλάζουν δραστικά το ύψος του δημοσίου χρέους, όταν έρχεται η ώρα της εξόφλησης τους. Ο Πίνακας I αναφέρεται στα εμφανή και κρυφά χρέη ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών το 2010, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γερμανού οικονομολόγου B.Raffelhueschen:

Πίνακας Ι: Εμφανή και κρυφά δημόσια χρέη το 2010, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ


Χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε την ορθότητα ή την ενδεχόμενη σκοπιμότητα των στοιχείων του Πίνακα I, το ύψος του κρυφού χρέους επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές παροχές μίας χώρας προς τους Πολίτες της. Για παράδειγμα, οι Πολίτες του Λουξεμβούργου συνταξιοδοτούνται ακόμη στο 60ο έτος της ηλικίας τους – λαμβάνοντας ολόκληρο το μισθό τους ως σύνταξη. Αντίθετα, το περιορισμένο κρυφό χρέος της Γερμανίας οφείλεται στην «αναμόρφωση» του κοινωνικού κράτους, η οποία ξεκίνησε από τις αρχές του 2000 (μειωμένες συντάξεις, αύξηση του χρόνου στα 67, περιορισμένες παροχές κλπ.).

Περαιτέρω, εάν κάποιο κράτος αλλάξει το ασφαλιστικό κλπ. πρόγραμμα του, το κρυφό χρέος του μειώνεται αυτόματα – κάτι που προωθείται τόσο από την ΕΕ, όσο και από το ΔΝΤ, σε όποιες χώρες δραστηριοποιείται.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας (γράφημα), το 2012 το επίσημο χρέος της ήταν στο 157% του ΑΕΠ, το αφανές μειώθηκε σημαντικά στο 475% του ΑΕΠ, οπότε το συνολικό στο 632% του ΑΕΠ – ενώ της Μ. Βρετανίας στο 640% του ΑΕΠ, της Ισπανίας στο 672%, της Κύπρου στο 879%, του Λουξεμβούργου στο 1.184% και της Ιρλανδίας στο 1.268% του ΑΕΠ (πηγή).


Από το μεγάλο ύψος του κρυφού χρέους της Ελλάδας, συμπεραίνουμε πόσο θα περιορισθεί το κοινωνικό κράτος – ιδιαίτερα επειδή μειώνεται διαρκώς το ΑΕΠ, λόγω της πολιτικής λιτότητας που ακολουθείται. Στις υπόλοιπες χώρες θα συμβεί κάτι ανάλογο, εάν δεν αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης τους, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε το ιδιωτικό χρέος – το οποίο είναι εκτός ελέγχου σε ορισμένες, όπως η Σουηδία, η Δανία κοκ (ανάλυση).

(β) Εσωτερικά και εξωτερικά: Πρόκειται για τα χρέη, τα οποία ένα κράτος οφείλει σε δανειστές του εσωτερικού (τράπεζες, επιχειρήσεις, νοικοκυριά), ή του εξωτερικού. Η κατηγοριοποίηση αυτή οφείλεται κυρίως στη θεωρητική σκέψη ότι, το κράτος θα μπορούσε, σε περίπτωση ανάγκης, να συμψηφίσει το χρέος προς τους πολίτες του, με την επιβολή αντίστοιχων φόρων – κάτι που δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει, όταν οι δανειστές του είναι ξένοι.

Επομένως, όταν ένα κράτος έχει υψηλότερο εσωτερικό δανεισμό από εξωτερικό (όπως στο παράδειγμα της Ιαπωνίας), αντιμετωπίζεται θετικότερα από τις εταιρείες αξιολόγησης. Στον Πίνακα ΙΙ εμφανίζονται τα εξωτερικά χρέη ορισμένων χωρών το 2011, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ τους:

Πίνακας ΙΙ: Δείκτες χρέους με ημερομηνία τον Ιούνιο του 2011 – το εξωτερικό χρέος (Εξ. δαν.) στον Πίνακα αφορά τόσο το δημόσιο, όσο και τον ιδιωτικό τομέα, οπότε είναι συχνά υψηλότερο από το δημόσιο.


Από τον Πίνακα ΙΙ φαίνονται καθαρά τα προβλήματα της Μ. Βρετανίας και της Ιρλανδίας, το εξωτερικό χρέος των οποίων, δημόσιο και ιδιωτικό μαζί, είναι σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα – επίσης το μεγάλο πλεονέκτημα της Ιαπωνίας η οποία, παρά το μεγάλο δημόσιο χρέος της, είναι πολύ λίγο εξαρτημένη από τους πιστωτές της στο εξωτερικό.

(γ) Σε ξένο ή εθνικό συνάλλαγμα: Η κατηγοριοποίηση αυτή έχει σχέση με το εάν ένα κράτος μπορεί να επηρεάσει την ισοτιμία του νομίσματος του, έτσι ώστε να εξοφλεί ευκολότερα τα τοκοχρεολύσια του. Όταν ένα κράτος οφείλει στο δικό του νόμισμα, όπως συμβαίνει με τις Η.Π.Α., μπορεί να εξοφλήσει εύκολα το χρέος του – αναγκάζοντας την κεντρική του τράπεζα να «τυπώνει» νέο, πληθωριστικό χρήμα.

Όταν όμως τα χρέη του είναι σε ξένα νομίσματα, τότε αδυνατεί να εφαρμόσει τη συγκεκριμένη μέθοδο. Ακριβώς για το λόγο αυτό πολλά κράτη έχουν χρεοκοπήσει, ακόμη και με δημόσιο χρέος της τάξης του 50% του ΑΕΠ τους (Αργεντινή) – επειδή το χρέος τους ήταν σε ξένο συνάλλαγμα.
Σε μία νομισματική ένωση, όπως η Ευρωζώνη, η επιρροή προς την κεντρική τράπεζα (ΕΚΤ) είναι περιορισμένη – οπότε πρόκειται σχεδόν για χρέη σε συνάλλαγμα, με μεγάλους κινδύνους (γεγονός που φάνηκε μετά το 2008).Σημαντικό είναι εδώ το Δίκαιο, στο οποίο υπάγονται τα ομόλογα δανεισμού ενός κράτους – αφού, εάν είναι το εθνικό, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της Ελλάδας πριν το PSI (κατά 94%) και της Γερμανίας ανέκαθεν (κατά 99%), τότε επιτρέπεται η μετατροπή του στο νέο εθνικό νόμισμα, εάν αποφασισθεί η έξοδος από την Ευρωζώνη.

Για παράδειγμα, εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να υιοθετήσει τη δραχμή πριν το PSI, τότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να πληρώσει τα χρέη της – αφού θα μπορούσε να τυπώσει όσες δραχμές ήθελε. Θα κινδύνευε βέβαια από υποτίμηση και πληθωρισμό, όπου όμως οι δανειστές της θα κινδύνευαν επίσης – αφού θα εισέπρατταν υποτιμημένο νόμισμα έναντι των απαιτήσεων τους.
(δ) Σε δημόσιο και ιδιωτικό χρέος: Πρόκειται για μία γενικότερη κατηγοριοποίηση, όπου το ιδιωτικό χρέος είναι το σύνολο των χρεών των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Ο Πίνακας ΙΙΙ που ακολουθεί αφορά τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη το 2014, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ.

Πίνακας ΙΙΙ: Δημόσια και ιδιωτικά χρέη το 2014, ως ποσοστά επί του ΑΕΠ (πηγή)


Τα στοιχεία που έχουμε για την Ελλάδα είναι από το 2011, όπου το συνολικό της χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, τοποθετούταν στο 333% του ΑΕΠ της – παρά το ότι είχε προηγηθεί τόσο η αύξηση του δημοσίου χρέους μετά την εισβολή του ΔΝΤ, όσο και η κατακόρυφη μείωση του ΑΕΠ.

Το πλεονέκτημα τώρα των χωρών με χαμηλό ιδιωτικό χρέος, είναι η δυνατότητα του ιδιωτικού τους τομέα να χρεωθεί – μεταξύ άλλων για να δανείσει (τράπεζες), για να επενδύσει (επιχειρήσεις) και για να καταναλώσει (νοικοκυριά). Στα πλαίσια αυτά, εάν για παράδειγμα χρεωνόταν (δανειζόταν) ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας (167% του ΑΕΠ χρέος), κατά 100%, φτάνοντας στο ύψος του γαλλικού ιδιωτικού χρέους (270%), τότε θα μειωνόταν μακροπρόθεσμα, με τις κατάλληλες κινήσεις (επενδύοντας στις επιχειρήσεις και τα ακίνητα του δημοσίου, για παράδειγμα), το δημόσιο χρέος στα 66% – με το συνολικό να παραμένει ως έχει.

Θα ήταν λοιπόν ένα μεγάλο πλεονέκτημα της χώρας μας, εάν φυσικά δημιουργούταν οι κατάλληλες προϋποθέσεις (ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο, καταπολέμηση της διαφθοράς κλπ.), το οποίο χάθηκε εντελώς από την εγκληματική πολιτική του ΔΝΤ και της Γερμανίας – στόχος των οποίων είναι η λεηλασία τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα.

Επίλογος

Ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος εξελίσσεται ραγδαία, αφού τα τρία μέτωπα έχουν πάρει πλέον θέσεις τελικής μάχης – με το συμβατικό να μην αποκλείεται, τόσο από την πλευρά των Η.Π.Α., οι οποίες ευρίσκονται σε πορεία παρακμής, όσο και από τη Ρωσία, ενδεχομένως με αφορμή την αύξηση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη (άρθρο).

Η Ελλάδα, ερήμην των Πολιτών της, είναι με την πλευρά της Γερμανίας, αντιμετωπίζοντας όμως μεγάλους κινδύνους – τόσο επειδή θεωρείται ότι «πρόδωσε» την Ευρωζώνη, αποτελώντας το Δούρειο Ίππο του ΔΝΤ (αν και υποθέτουμε ότι, χρησιμοποιήθηκε τόσο αυτή, όσο και το ΔΝΤ από τη Γερμανία, με στόχο την ηγεσία της Ευρώπης), όσο και λόγω της ιδιάζουσας εκμετάλλευσης της από την καγκελάριο (παραδειγματισμός των υπολοίπων χωρών).

Η πολιτική λιτότητας, η οποία επιβλήθηκε στην Ευρώπη, συμβάλλει τα μέγιστα στην κυριαρχία της Γερμανίας –ενώ οδηγεί σε μία δεκαετία καταστροφικής ύφεσης, η οποία θα πλήξει σε μεγάλο βαθμό τις Η.Π.Α. και το χρηματοπιστωτικό θηρίο. Επομένως, η αντεπίθεση των αγορών θεωρείται δεδομένη, ενώ φαίνεται πως έχει προβλεφθεί, εάν όχι υποκινηθεί από τη Γερμανία – η οποία, αφενός μεν θα διευκολυνθεί στις προσπάθειες απεξάρτησης της από τις αγορές, αφετέρου θα αναγκάσει τους εταίρους της να προσδεθούν στο δικό της άρμα, χωρίς καμία δυνατότητα αλλαγής πορείας εκ μέρους τους.

Έτσι θα εξασφαλισθεί η δημιουργία οικονομικών ζωνών χαμηλού εργατικού κόστους και φορολογίας εντός της ΕΕ, με απολυταρχική δομή ανάλογη της Κίνας και με τις εθνικές κυβερνήσεις «ύπατους αρμοστές» – οι οποίοι θα ενδυναμώνουν συνεχώς τη Γερμανία.
Η Ελλάδα, με κριτήριο τα διάφορα είδη χρέους, θα είχε τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει οικονομικά, με μία ικανή κυβέρνηση – αν και θα ήταν υποχρεωμένη να μειώσει τις κοινωνικές της δαπάνες, τις στρατιωτικές επίσης (θεωρείται ότι χωρίς αυτές, το χρέος μας δεν θα υπερέβαινε το 60% του ΑΕΠ), παράλληλα με την μεταρρύθμιση του δημοσίου τομέα της, έτσι ώστε να διευκολυνθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Απέναντι στα χρέη της διαθέτει μία σημαντικότατη δημόσια περιουσία (σε αντίθεση με όλες σχεδόν τις άλλες χώρες), έναν ανεκμετάλλευτο υπόγειο πλούτο τεράστιας αξίας, καθώς επίσης μεγάλες απαιτήσεις απέναντι στη Γερμανία (πολεμικές επανορθώσεις).

Εν τούτοις, απαιτείται σημαντικός χρόνος για να αποδώσουν τα στοιχεία του Ενεργητικού της. Επίσης, βοήθεια για να τα καταφέρει, αν και υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να τιτλοποιηθούν αρκετά περιουσιακά στοιχεία της – να εκχωρηθούν δηλαδή μελλοντικά έσοδα, έναντι χρημάτων. Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, οφείλουν να αναζητηθούν νέες συμμαχίες – είτε στο χώρο του Ευρώ, με στόχο την «απομόνωση» της Γερμανίας, είτε εκτός του Ευρώ. Χωρίς τους κατάλληλους συμμάχους, είναι αδύνατον να τα καταφέρει σήμερα – ενώ θα ήταν πολύ πιο εύκολο πριν την υπαγωγή της στο ΔΝΤ.

Εάν δεν το κάνει, αφήνοντας τα πράγματα να εξελιχθούν ως έχουν, θα υποδουλωθεί, θα αντιμετωπίσει μεγάλα διλήμματα και τρομακτικές καταστάσεις – ειδικά επειδή η σκόπιμη πολιτική λιτότητας θα την οδηγήσει στον εξευτελισμό, στη φτώχεια, στην ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας και στην απόλυτη χρεοκοπία, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Η δημόσια περιουσία της θα λεηλατηθεί, η ιδιωτική επίσης, ο υπόγειος πλούτος της θα «υπεξαιρεθεί», ενώ δεν θα εισπράξει ποτέ αυτά που της οφείλει η Γερμανία.Παράλληλα, η αποβολή της από την Ευρωζώνη ή/και η «μετάλλαξη» της σε γερμανική επαρχία, χωρίς δικαιώματα αλλά μόνο υποχρεώσεις, είναι κάτι περισσότερο από πιθανή.
Τέλος, διαπιστώνοντας ότι, η Δημοκρατία είναι εντελώς ασύμβατη με το διεθνισμό (Ευρωζώνη), πόσο μάλλον με την παγκοσμιοποίηση (πως είναι δυνατόν να ελέγξουν οι Πολίτες μία πιο απομακρυσμένη, μεγαλύτερης ισχύος εξουσία, όταν δεν μπορούν να ελέγξουν το δικό τους κοινοβούλιο;), ενώ η νέα μορφή του καπιταλισμού «μιμείται» τον κινεζικό απολυταρχισμό, έχουμε την ελπίδα ότι, οι Έλληνες θα αντιδράσουν ενεργητικά πριν ακόμη εξαθλιωθούν ή/και υποδουλωθούν – όχι όπως συνέβη δηλαδή στη γαλλική επανάσταση, στην Αργεντινή κλπ., στις οποίες προηγήθηκε η απόλυτη καταστροφή.

Σημείωση: Η ανάλυση δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 2011, έχοντας διασκευασθεί ελαφρά με πιο επίκαιρα στοιχεία.

Βασίλης Βιλιάρδος, οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top