Η αιτία των αρνητικών επιτοκίων και του πολέμου εναντίον των μετρητών είναι το ότι, ζόμπι τράπεζες στηρίζουν ζόμπι οφειλέτες, με τη βοήθεια της ΕΚΤ που κινδυνεύει επίσης να γίνει ζόμπι – ειδικά εάν διαλυθεί τελικά η Ευρωζώνη

Είναι το επιτόκιο η τιμή του χρήματος ή μήπως η τιμή του ρίσκου; Πρόκειται ίσως για κάτι εντελώς διαφορετικό; Πολύ δύσκολη η απάντηση, ειδικά σε μία εποχή όπως η σημερινή, όπου τα πάντα έχουν διαστρεβλωθεί– τόσο από το ότι τα χρήματα δεν έχουν πλέον αντίκρισμα (Fiat money), ενώ παράγονται κυρίως από τις εμπορικές τράπεζες με την παροχή δανείων, όσο και από τις διαρκείς επεμβάσεις των κεντρικών, οι οποίες έχουν πλημυρίσει τις αγορές με φθηνή ρευστότητα.

Επιχειρώντας να απαντήσω στο ερώτημα, είναι σκόπιμο να αναφερθώ αρχικά στην κλασσική «θεωρεία της μπανιέρας» που αποδέχονται κυρίως οι υποστηρικτές της πολιτικής της ΕΚΤ – σύμφωνα με τους οποίους η κεντρική τράπεζα δεν δημεύει (φορολογεί) τις αποταμιεύσεις, μέσω των μηδενικών ή αρνητικών επιτοκίων καταθέσεων αλλά, αντίθετα, προφυλάσσει την Ευρωζώνη, οπότε τον πλανήτη, από ένα καταστροφικό κραχ.

Ειδικότερα, με βάση την παραπάνω θεωρεία, όταν στη μπανιέρα εισρέουν περισσότερες αποταμιεύσεις πλημμυρίζει – με αποτέλεσμα να εκρέουν τα επί πλέον χρήματα, για την παροχή δανείων με στόχο την κατανάλωση ή/και τις επενδύσεις. Στα πλαίσια αυτά, εάν η προσφορά χρήματος είναι υψηλότερη, λόγω των αυξημένων αποταμιεύσεων, τότε τα επιτόκια μειώνονται – ενώ, όταν η ζήτηση για πιστώσεις είναι υψηλότερη, τότε τα επιτόκια ακολουθούν ανοδική πορεία.

Η διαδικασία αυτή τώρα συνεχίζεται, έως ότου ισορροπήσουν οι αγορές – γεγονός που σημαίνει ότι, η ζήτηση γίνεται πλέον η ίδια με την προσφορά, σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο επιτοκίων. Με δεδομένο δε το ότι, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συσσωρευτεί πολλές αποταμιεύσεις στον πλανήτη, τα επιτόκια είχαν υποχωρήσει πολύ πριν επέμβουν οι κεντρικές τράπεζες στις αγορές – με αποτέλεσμα να έχει διευκολυνθεί ο δανεισμός, ο οποίος στη συνέχεια οδήγησε στην υπερχρέωση.

Μετά την κρίση όμως η ζήτηση για πιστώσεις περιορίσθηκε, ενώ η προσφορά χρημάτων (καταθέσεις) αυξήθηκε,επειδή οι άνθρωποι αποταμίευαν περισσότερα λόγω της ανασφάλειας τους για το μέλλον – οπότε λογικά μειώθηκαν σε τέτοιο βαθμό τα επιτόκια. Σε μία τέτοια περίπτωση η λύση θα ήταν τα αρνητικά επιτόκια, για να πάψουν να αποταμιεύουν οι άνθρωποι, καθώς επίσης η απαγόρευση των μετρητών χρημάτων – έτσι ώστε να μην τα διατηρούν οι καταθέτες εκτός των τραπεζών, για να αποφύγουν τα αρνητικά επιτόκια που ουσιαστικά μοιάζουν με μια φορολογία των καταθέσεων.

Εάν έπαυαν τώρα οι άνθρωποι να αποταμιεύουν, τότε θα κατανάλωναν περισσότερα χρήματα, θα αυξανόταν η ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών, οπότε θα διενεργούνταν επενδύσεις για να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση – με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η ανάπτυξη, χωρίς την οποία είναι αδύνατον να καταπολεμηθούν ταβουνά των χρεών ή/και να επιβιώσει το καπιταλιστικό σύστημα.

Περαιτέρω, η θεωρεία της μπανιέρας είναι απόλυτα σωστή, όταν ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα στηρίζεται στοπλήρες χρήμαόπου οι τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν περισσότερα από τα ίδια κεφάλαια και τις καταθέσεις τους. Μόνο σε μία τέτοια περίπτωση το ύψος των καταθέσεων ορίζει το ύψος των χρεών – ενώ σήμερα τα χρέη ορίζουν το πλεόνασμα των αποταμιεύσεων.

Ειδικότερα, στο σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα οι εμπορικές τράπεζες δεν χρειάζεται να έχουν καταθέσεις για να δανείσουν χρήματα – αφού τα δημιουργούν από το πουθενά, μέσω της παροχής δανείων, για τα οποία είναι υποχρεωμένες να διατηρούν μόνο το 1% στην κεντρική, όσον αφορά την Ευρωζώνη. Δηλαδή, για να δανείσουν 100 € χρειάζονται μόλις 1 € στο ταμείο τους – οπότε σπάνια έχουν πρόβλημα δανεισμού.

Αυτό που χρειάζονται όμως είναι εγγυήσεις εκ μέρους αυτών που τους παρέχουν δάνεια, έτσι ώστε να μη χάσουν τα χρήματα τους – ενώ, στην περίπτωση της απώλειας των πιστώσεων τους (επισφάλειες, κόκκινα δάνεια), η διαδικασία αντιστρέφεται, αφού για κάθε ευρώ που είχαν επιβαρυνθεί όταν έδωσαν το δάνειο, χρειάζονται 99 € επί πλέον για να καλύψουν τη ζημία από την απώλεια του.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση τώρα, οι εγγυήσεις αυτές μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, ενώ τα δάνεια των τραπεζών είχαν αυξηθεί δυσανάλογα τα προηγούμενα χρόνια, ακριβώς λόγω του ότι δημιουργούσαν χρήματα από το πουθενά – με αποτέλεσμα να κερδίζουν τεράστια ποσά επί των πραγματικών χρημάτων που οι ίδιες διέθεταν ακόμη και όταν τα επιτόκια δανεισμού ήταν πολύ χαμηλά. Για παράδειγμα, χρεώνοντας 5% σε ένα δάνειο 1.000 € κέρδιζαν μεν 50 € επί των 1.000 €, αλλά το κεφάλαιο τους ήταν μόλις 10 € (1%) – οπότε το επιτόκιο επί του δικού τους κεφαλαίου έφτανε στο 500% (τρόπος του λέγειν φυσικά, αφού μαθηματικά δεν ενδείκνυται ο όρος).

Επομένως, δεν τιμολογούσαν ούτε με βάση την τιμή του χρήματος (βασικά επιτόκια κεντρικών τραπεζών, επιτόκια καταθέσεων), ούτε με βάση το ρίσκο – με αποτέλεσμα την πλήρη διαστρέβλωση της αγοράς χρήματος. Μετά την κρίση τώρα προσπάθησαν να τιμολογήσουν τα δάνεια τους με βάση το ρίσκο, οπότε αυξήθηκαν τα επιτόκια ορισμένων κρατών (ομόλογα, γράφημα), καθώς επίσης επιχειρήσεων και ιδιωτών – με αποτέλεσμα να μειωθεί κατακόρυφα ο δανεισμός της πραγματικής οικονομίας, να επιδεινωθεί η ύφεση, να αυξηθούν οι χρεοκοπίες, να μειωθούν ακόμη περισσότερο οι αξίες των εγγυήσεων κοκ.


Εάν λοιπόν δεν επενέβαιναν οι κεντρικές τράπεζες, η ΕΚΤ στην Ευρωζώνη, τα υψηλότερα επιτόκια θα καθιστούσαν αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανείων, οπότε θα προκαλούσαν τεράστιες ζημίες στις εμπορικές τράπεζες – κατά κάποιον τρόπο 100πλάσιες των ιδίων κεφαλαίων τους. Εν τούτοις, επειδή τα επιτόκια διατηρούνται τεχνητά χαμηλά, ενώ τα ρίσκα των τραπεζών είναι τεράστια, αποφεύγουν το δανεισμό της πραγματικής οικονομίας – οπότε οι οικονομικές συνθήκες επιδεινώνονται, με αποτέλεσμα οι υφιστάμενες εγγυήσεις των τραπεζών να συνεχίζουν να χάνουν σε αξία.

Σε τελική ανάλυση λοιπόν έχουμε καταλήξει σε ένα σύστημα, όπου οι ζόμπι τράπεζες στηρίζουν τους ζόμπι οφειλέτες, με τη βοήθεια μίας κεντρικής τράπεζας που κινδυνεύει επίσης να γίνει ζόμπι, ευρισκόμενη ανάμεσα σε δύο «πυρά». Εδώ ακριβώς ευρίσκεται η αιτία των αρνητικών επιτοκίων και των προσπαθειών απαγόρευσης των μετρητών – επειδή βοηθούν τις τράπεζες να διατηρήσουν την ουτοπία ότι, θα εισπράξουν τελικά τα χρήματα τους, κάτι που ασφαλώς δεν πρόκειται να συμβεί.

Αυτό τουλάχιστον φαίνεται στο παράδειγμα της Ελλάδας ή της Κύπρου, όπου τα κόκκινα δάνεια έχουν υπερβεί το 50% των συνολικών – ενώ επεξηγεί καλύτερα γιατί τα αντίστοιχα των ιταλικών τραπεζών εκτοξεύθηκαν ξαφνικά στο 20% από το 10% (στα 350 δις €). Όσο για τον «Άτλαντα» που ιδρύεται στην Ιταλία για να στηρίξει τις τράπεζες (Bad Bank), καλύτερα να κρατάει κανείς μικρό καλάθι – αφού απλά και μόνο το «πανηγυρικό» όνομα που επιλέχθηκε, τεκμηριώνει την τεράστια προσπάθεια της χώρας, καθώς επίσης της ΕΚΤ, να πείσουν τις αγορές πως θα τα καταφέρουν.

Σε κάθε περίπτωση, χρεοκοπημένες τράπεζες δεν μπορούν να δανειοδοτούν υπερχρεωμένους δανειολήπτες, σε συνθήκες ύφεσης και πτώσης των τιμών των παγίων περιουσιακών στοιχείων – οπότε, εάν δεν συμβεί κάτι εντελώς καινούργιο, ριζικά διαφορετικό, το σύστημα θα καταρρεύσει εξ ολοκλήρου.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η Γερμανία δεν θέλει την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, καθυστερώντας όσο περισσότερο μπορεί – ενώ με τη νέα μορφή που έχει προκύψει ελέγχει όλες τις τράπεζες των μελών της Ευρωζώνης, για να εξασφαλίσει αποκλειστικά και μόνο το δικό της μέλλον.

Όσον αφορά το επιτόκιο, είναι αναμφίβολα η τιμή του ρίσκου μετά την επικράτηση των χρημάτων χωρίς αντίκρισμα και τη δημιουργία τους από το πουθενά, από τις εμπορικές τράπεζες – κάτι που όμως έγινε πολύ αργά αντιληπτό.

Άρης Οικονόμου, Senior Analyst (finance & markets)

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top