Στην Ελλάδα του 1909 το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η επιθυμία πολλών Ελλήνων να περιοριστούν τα κακώς κείμενα στην χώρα και η αγωνία εκπλήρωσης των εθνικών πόθων. Ανάλογος προβληματισμός υπήρχε και στις τάξεις των στρατιωτικών με αποτέλεσμα από το Φθινόπωρο του 1908 να αρχίσουν και οι πρώτες επαφές μεταξύ κατωτέρων αξιωματικών. Το καλοκαίρι του 1909 οι δυσμενείς για τους Έλληνες του Οθωμανικού κράτους συνθήκες και οι αρνητικές εξελίξεις στο Κρητικό ζήτημα επιταχύνουν τις διεργασίες. Οι διάφοροι πυρήνες ενώνονται σε ένα σύνδεσμο, ο οποίος με τη σειρά του θα εκλέξει μία δεκαμελή επιτροπή προβαίνοντας και στη σύνταξη πρωτοκόλλου που θα περιείχε τις θέσεις και προτάσεις τους. Παράλληλα εντάθηκαν οι προσπάθειες του συνδέσμου για την εξάπλωση του εκτός Αθηνών αλλά και για τον έλεγχο ζωτικών για την επιτυχία του κινήματος θέσεων.

Επόμενο μέλημα η εξεύρεση ενός αρχηγού που θα εξέδιδε κύρος αλλά και θα μπορούσε να συγκρατήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις μεταξύ των συμμετεχόντων, αφού ανάμεσα τους υπήρχαν αρκετές διαφωνίες σε σειρά ζητημάτων… Τελικά τη προτεινόμενη θέση αποδέχτηκε ο Συνταγματάρχης του πυροβολικού και πρώην διοικητής της σχολής Ευελπίδων (1898-1906) Νικόλαος Ζορμπάς. Ήδη τον Αύγουστο 1400 αξιωματικοί του στρατού είχαν υπογράψει το πρωτόκολλο και όλα ήταν έτοιμα για το περαιτέρω βήμα που θα πραγματοποιηθεί τελικά τα ξημερώματα της 15ηςΑυγούστου στο στρατόπεδο στο «Γουδή». Εκεί οι 3.000 περίπου συγκεντρωθέντες αξιωματικοί και στρατιώτες θα γνωστοποιήσουν με διακήρυξη τις θέσεις τους, στις οποίες μεταξύ άλλων ζητούσαν αλλαγές και εκσυγχρονισμό στο στράτευμα, απαίτηση οι εκάστοτε υπουργοί στρατού και ναυτικού να προέρχονται από τον ίδιο χώρο και απομάκρυνση από το στράτευμα του διαδόχου και των λοιπών βασιλοπαίδων.

Ο επαναστατικός σύνδεσμος απαιτούσε την άμεση ψήφιση των αιτημάτων του από την βουλή διαφορετικά : «Εν η περιπτώσει η παράκλησις αυτού δεν ληφθή υπόψη, μη υποχωρήσει προ ουδενός κωλύματος οθενδήποτε παρεμβαλλομένου προς ματαίωσιν του υπ` αυτού επιδιωκόμενου πατριωτικού σκοπού ». Αρχικά μερίδα του επαναστατικού συνδέσμου σκεφτόταν την περίπτωση αλλαγής του πολιτεύματος, όμως φαίνεται ότι τόσο ο συντηρητικός χαρακτήρας της πλειοψηφίας της διοικούσας επιτροπής όσο και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του συνδέσμου ήταν καθοριστικές για την μεταβολή της πολιτικής του. Έτσι οι επικεφαλείς του ανέφεραν πλέον ότι δεν επεδίωκαν πολιτειακή αλλαγή ή την επιβολή στρατοκρατίας, απευθύνοντας απλώς παράκληση όπως γίνουν δεκτά τα αιτήματα τους. Το κίνημα στο «Γουδή» λόγω της ηπιότητας και του επίκαιρου των αιτημάτων του συνδέθηκε άμεσα με τις μετέπειτα επιτυχίες στους βαλκανικούς πολέμους, άποψη σωστή ως προς την κινητικότητα που δημιούργησε, όχι όμως και της πολιτικής ή των ορθών αλλά γενικόλογων αιτημάτων του.

Άλλωστε μεταξύ των συμμετεχόντων συνυπήρχαν διαφορετικές επιδιώξεις και αντικρουόμενες απόψεις γεγονός που εξασθένισε όχι μόνο τα αιτήματα του αλλά και την ίδια του την δυναμική που μάλλον ήταν μικρότερη για τέτοιο εγχείρημα. Η αναίμακτη επιτυχία του κινήματος τελικά βοηθήθηκε από την άμεση ή έμμεση αποδοχή της ανάγκης αλλαγών αλλά και τους κακούς χειρισμούς της Κυβέρνησης Ράλλη. Χαρακτηριστικά είναι δύο άρθρα εφημερίδων, ένα της εφημερίδας Ακρόπολις και ένα της εφημερίδας Χρόνος. Το πρώτο άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις (που επικροτούσε την προσπάθεια αυτή) δημοσιεύτηκε στις 19 Αυγούστου αναφερόμενο στη μυστικότητα του κινήματος.

«Ουδέποτε επαναστατικόν κίνημα έλαβε τόσον πανηγυρικόν χαρακτήρα όσον το προχθεσινόν. Κατά τας μεταμεσονυκτίους ώρας η οδός Κηφισίας (σημ.: Βασιλίσσης Σοφίας σήμερα) παρουσίαζε όψιν οδού Πατησίων, κατά την νύκτα της Πρωτομαγιάς. Άνδρες,γυναίκες, παιδιά, κορίτσια, σκυλιά, κοκκότες, αμάξια, αυτοκίνητα, κάρρα, ποδήλατα είχαν εκστρατεύσει για να απολαύσουντην επανάστασιν. Μόνον τα κομφετί έλειπαν για να είναι σωστό πανηγύρι ».

Και λίγο παρακάτω συνεχίζει : «Οι κ.κ. αξιωματικοί όμως με όλας τας μυστικάς συσκέψεις των και τας εχεμύθειας των και τα λοιπά των σοβαρά και σοβαρώτατα, κατόρθωσαν να μάθη όλος ο κόσμος τρεις ώρας πριν αρχίση των επαναστατών η εκκίνησις ότι οι επαναστάται θα συγκεντρωθούν εις το Γουδί. Δηλαδή εάν η Κυβέρνησις ήθελε να τους κτυπήση ημπορούσε κάλλιστα εκατόν άνδρες, τοποθετούμενοι εγκαίρως εις το Γουδί, να σκορπίσουν εις ολίγα λεπτά, τας εκεί συρρεούσας επαναστατικάς ομάδας». (Εφημερίδα Απογευματινή 30/08/09, αφιέρωμα στο κίνημα στο « Γουδί «, Σελ.40).

Το δεύτερο άρθρο της εφημερίδας Χρόνος αναφερόταν στο πολυπληθές συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου στο Πεδίο του Άρεως.

«Πλέον των εβδομήκοντα χιλιάδων πολιτών πάσης τάξεως και πάσης ηλικίας συνεκεντρώθησαν από της 2ας μεσημβρινής εις τον ευρύτατον χώρον του Πολυγώνου (σημ. Πεδίο του Άρεως),όταν δε ξεκίνησαν εκχυθέντες εις την οδόν Πατησίων με τας Συντεχνίας και τα Σωματεία επικεφαλής φέροντα τα λάβαρα των, παρουσίασαν θέαμα, το οποίο ουδέποτε άλλοτε είχε αντικρύσει η πόλις». ( Περιοδικό εικονογραφημένη Ιστορία Τεύχος 494, Αύγουστος 2009, Σελ.7 αναδημοσίευση από Εθνικό ιστορικό μουσείο).

Η κυβέρνηση Ράλλη αφού αμφιταλαντεύτηκε (πριν και μετά το κίνημα) για το τι θα έπρεπε να πράξει, αποφάσισε τελικά να παραιτηθεί την επομένη…

Σχηματισμός Κυβέρνησης Μαυρομιχάλη

Η ακυβερνησία ήταν όχι χειρότερο, για αυτό και ο Βασιλιάς Γεώργιος προχώρησε στην άμεση εξεύρεση Πρωθυπουργού, επιλέγοντας τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη που απολάμβανε της αποδοχής της πλειοψηφίας των στελεχών του πρώην Δηλιγιαννικού κόμματος. Ο Γεώργιος θα απορρίψει τις εισηγήσεις του Ράλλη για την ανάδειξη του Ζορμπά σε νέου Πρωθυπουργού και του διαδόχου Κωνσταντίνου για σύσταση οικουμενικής Κυβέρνησης. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι δύο εισηγήσεις θα οδηγούσαν τη χώρα σε αδιέξοδο, η πρώτη λόγω της αδυναμίας του επαναστατικού συνδέσμου να παράξει κυβερνητικό έργο και η δεύτερη λόγω της αδυναμίας των πολιτικών αρχηγών να καταλήξουν σε μακροχρόνια συμφωνία… Ο Μαυρομιχάλης συγκρότησε άμεσα το νέο κυβερνητικό σχήμα, τοποθετώντας στα υπουργεία στρατού και ναυτικών ανθρώπους του κινήματος. Για την αποφυγή επιπλοκών ο Βασιλιάς προέτρεψε τον υιό του να αποχωρήσει από τη χώρα …

Ο Γεώργιος ήξερε ότι οι διαφωνούντες με το κίνημα, θα πλησίαζαν τον Κωνσταντίνο, ο ορμητικός χαρακτήρας του οποίου δημιουργούσε αρκετές πιθανότητες εντάσεων. Ένα ακόμη πολύ σημαντικό ζήτημα ήταν η συνέχιση της λειτουργίας της βουλής. Ο επαναστατικός σύνδεσμος απαιτούσε να υπερψηφίζονται τα αιτήματα του από τη βουλή, όμως η πλειοψηφία των βουλευτών αντιδρούσε…

Το σημαντικότερο πρόβλημα αφορούσε τον Θεοτόκη που έλεγχε την πλειοψηφία των βουλευτών και που σε επανειλημμένες τοποθετήσεις του απαξίωνε τον σύνδεσμο, όμως η παρέμβαση του Βασιλιά θα είναι τελικά καθοριστική για την από μέρους του υπερψήφιση των διαφόρων αιτημάτων. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είδαν με δυσπιστία το κίνημα, ενώ ο Γερμανός Κάιζερ που ήταν και γαμπρός του διαδόχου Κωνσταντίνου «στόλιζε « με ακατάλληλες εκφράσεις τον Βασιλιά Γεώργιο λόγω της ανοχής που έδειχνε, την ίδια στιγμή που μοίρα του Αγγλικού στόλου έπλεε στο Φάληρο…

Οι ηγεσίες των μεγάλων χωρών άλλωστε δύσκολα επικροτούσαν κινήματα ιδίως αν σε αυτά εμπεριέχονταν κοινωνικά και πολιτικά αιτήματα, ενώ λόγω και της αντιπαλότητας που υπήρχε τις ενδιέφερε κάθε μεταβολή που θα διατάρασσε τις υπάρχουσες διπλωματικές ισορροπίες.

Πάντως η αντίδραση του Βασιλιά Γεώργιου χαρακτηριζόταν από πολιτικό ρεαλισμό. Μάλιστα σε συζήτηση που είχε μετά τα γεγονότα με τον Αυστριακό πρεσβευτή υπεραμύνθηκε της υποχωρητικότητας του λέγοντας : «Εις την Ελλάδα είναι αδύνατο κάτι να επιβληθεί με το ζόρι. Εις την περίπτωση αυτή η βία είναι ωσάν ένα ελαστικό τόπι που όταν το ρίχνουν εις τον τοίχον επιστρέφει και τινάζεται εναντίον εκείνου που το έριξε…».(Πολυχρόνη Ενεπεκίδη « Η δόξα και ο διχασμός « Σελ. 157).

Πάντως ο Ενεπεκίδης θεωρεί ότι στην αρχή ο βασιλιάς εξέταζε το ενδεχόμενο αποχώρησης από τη χώρα αλλά και της δημιουργίας αντικινήματος στην επαρχία, όμως τελικά επικράτησε η τάση ομαλοποίησης της κατάστασης μέσα από τις συνομιλίες με τον σύνδεσμο.
(Πολυχρόνη Ενεπεκίδη « Η δόξα και ο διχασμός 1908-1918» Σελ.85).

Για το ίδιο θέμα έχει διαφορετική άποψη ο Ασπρέας που θεωρεί ότι υπήρξαν μεν συζητήσεις μεταξύ ορισμένων αξιωματικών, αρνητικώς διακείμενων στον σύνδεσμο και στελεχών του θεοτοκικού κόμματος όχι όμως στην αρχή αλλά κατά το Φθινόπωρο, στις οποίες όμως δεν φαινόταν να έχει ο ίδιος ο βασιλιάς εμπλοκή. (Γεωργίου Ασπρέα « Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας « Τόμος Γ’ Σελ.131).

Το επόμενο διάστημα η βουλή άρχισε να υπερψηφίζει τα νομοθετήματα που υποδεικνυόντουσαν από τον σύνδεσμο, όμως γρήγορα έγινε προφανές ότι η χώρα οδηγείτο σε αδιέξοδο. Μεταξύ βουλής και επαναστατικού συνδέσμου υπήρχε μια υποβόσκουσα εχθρότητα, η κυβέρνηση προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση προς ίδιον όφελος, ενώ οι διαφωνίες στο εσωτερικό του συνδέσμου ήταν συχνές και για πλειάδα θεμάτων. Μάλιστα στις 15 Οκτωβρίου θα ξεσπάσει αντικίνημα στο ναυτικό από ανθρώπους που επιθυμούσαν την μετεξέλιξη του κινήματος σε δικτατορία. Βασικός στόχος του αντικινήματος ο έλεγχος των θωρηκτών, όμως η « νόμιμη « ηγεσία του κινήματος θα τους προλάβει και το αντικίνημα θα τερματιστεί,αφήνοντας όμως στο πεδίο της μάχης επτά νεκρούς και πλήττοντας σοβαρά το γόητρο του συνδέσμου.

Οι προσπάθειες επανόδου στην ομαλότητα- Έλευση Βενιζέλου στην Αθήνα

Τα γεγονότα αυτά έκαναν επιτακτικότερη την ανάγκη εξεύρεσης λύσης στην παρατεινόμενη ακυβερνησία, αλλά και την επαναφορά της κατάστασης στην ομαλότητα. Για το ζήτημα αυτό έπρεπε να βρεθεί η μέση λύση, δηλαδή και οι κινηματίες να μην υποστούν συνέπειες αλλά και το κύρος θεσμών και Βασιλιά να αποκατασταθεί. Όμως το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι κανένας από τους εγχώριους πολιτικούς δεν φαινόταν να μπορεί να επιλύσει επιτυχώς το ακανθώδες αυτό ζήτημα…

Έτσι ο σύνδεσμος απευθύνθηκε σε ένα δραστήριο 45χρονο Έλληνα πολιτικό από την Κρήτη που ήδη είχε ξεχωρίσει, τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος (1864-1936) ήταν ήδη γνωστός στην Ελλάδα τόσο σαν σύμβουλος των τοπικών κυβερνήσεων (σε ζητήματα δικαιοσύνης) όσο και λόγω των διαφωνιών που είχε κυρίως για το μελλοντικό καθεστώς της Κρήτης, με τον Γεώργιο (ύπατο αρμοστή του νησιού) τον δευτερότοκο υιό του Βασιλιά Γεωργίου.

Η αντιπαλότητα αυτή του είχε προσδώσει τον χαρακτηρισμό του αντιδυναστικού, γεγονός που είχε σαν συνέπεια το όνομα του να είναι στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας δεχόμενο θετικές αλλά και αρνητικές κρίσεις. Η έλευση του Βενιζέλου στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου του 1909 ήταν καθοριστικός παράγοντας για την έξοδο από το αδιέξοδο, φανερώνοντας τις ικανότητες του αλλά και την πολιτική του οξυδέρκεια.Ο Βενιζέλος επισήμανε στο ανώτατο δεκαμελές συμβούλιο του συνδέσμου ότι το αδιέξοδο οφειλόταν κυρίως στους ίδιους αφού: «αι επαναστάσεις κρημνίζουν και ανοικοδομούν, τότε δε και μόνον είναι επαναστάσεις». Αντίθετα εκείνοι έδωσαν εκ νέου την διακυβέρνηση σε εκείνους που θεωρούσαν υπεύθυνους για την προβληματική κατάσταση της χώρας…. Σε νέα ερώτηση για το αν η επανάσταση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί την παρούσα στιγμή απάντησε αρνητικά τονίζοντας ότι η μεγάλη ευκαιρία χάθηκε και ότι ο σύνδεσμος δεν είναι πλέον επανάσταση αλλά απλώς εκπροσωπεί την δυσαρέσκεια του λαού.

Βάση του σκεπτικού αυτού απάντησε αρνητικά και στο ενδεχόμενο να αναλάμβανε την διακυβέρνηση της χώρας με την στήριξη του στρατιωτικού συνδέσμου. Ενώ αποθάρρυνε εκείνους που μέσα στο σύνδεσμο ήλπιζαν ότι η έλευση του θα βοηθούσε στην πολιτειακή αλλαγή. Ο Βενιζέλος (χωρίς να φανερώσει τις μύχιες του πεποιθήσεις ) τόνισε ότι επιβάλλεται η στήριξη του θεσμού και όχι η απομάκρυνση του.
«Διότι το στέμμα αποτελεί δένδρον εγκλιματισθέν, του οποίου αι πολυσχιδείς ρίζαι προς πάσας τας διευθύνσεις παρείχον πολυτίμους δεσμούς και εθνικάς εγγυήσεις».
(Γεωργίου Ασπρέα « Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας « Τόμος Γ’ Σελ.134).

Όμως υπέδειξε και τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο άρσης του πολιτικού αδιεξόδου. Κατά τον Βενιζέλο θα έπρεπε να υπάρξει νέα κυβέρνηση αποκλειστικός σκοπός της οποίας θα ήταν η προετοιμασία για την προκήρυξη εκλογών και την ανάδειξη εθνοσυνέλευσης που θα προχωρούσε στην αναθεώρηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος. Έτσι και ο επαναστατικός σύνδεσμος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο σκοπός του κινήματος επετεύχθη (αφού η αναθεωρητική βουλή θα προχωρούσε σε απαραίτητες για το κράτος αλλαγές) αλλά και η επάνοδος στην ομαλότητα θα γινόταν χωρίς αναταραχές. Ο Βενιζέλος μάλιστα ανέλαβε και το δύσκολο έργο της εκ των προτέρων συνεννόησης με τους πολιτικούς αρχηγούς, ώστε μέσα από την επίτευξη ομοφωνίας να μειωνόντουσαν οι πιθανότητες παρεκτροπών που μπορούσαν να προκύψουν από μία τέτοια διαδικασία. Οι ικανότητες αλλά και οι διπλωματικοί ελιγμοί του Βενιζέλου ήταν καθοριστικοί για την τελική επίτευξη συμφωνίας (με την διστακτική συναίνεση και του Βασιλιά). Έτσι ο σύνδεσμος δεσμεύτηκε ότι μόλις η βουλή θα υπερψήφιζε την διενέργεια εκλογών για την σύσταση αναθεωρητικής βουλής θα μπορούσε να προχωρήσει στην αυτοδιάλυση του…Παράλληλα η άλλη πλευρά εγγυήθηκε την ομαλή επάνοδο των κινηματιών στο στράτευμα και την παροχή αμνηστίας προς όλους..

Κυβέρνηση Δραγούμη –Αναθεωρητική Βουλή – Πρώτη Κυβέρνηση Βενιζέλου

Στα μέσα Ιανουαρίου η « συμφωνία κυρίων « είχε επιτευχθεί και η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη που ήταν αντίθετη παραιτείτο προς τέρψη πολλών… Απέμενε να βρεθεί η προσωπικότητα που θα αναλάμβανε να φέρει σε πέρας τη διαδικασία. Στο συμβούλιο του συνδέσμου (που αντί για δέκα αποτελείτο πλέον από 18 άτομα συν τον Ζορμπά) συζητήθηκαν δύο ονόματα αυτά των Στέφανου Σκουλούδη και Στέφανου Δραγούμη παλαιά ικανά στελέχη του Τρικουπικού κόμματος. Αρχικά μεταξύ των μελών της επαναστατικής επιτροπής επικράτησε το όνομα του Σκουλούδη, όμως η καθοριστική και στο ζήτημα αυτό επιρροή του Βενιζέλου ανέδειξε ύστερα από ψηφοφορία νέο Πρωθυπουργό τον Στέφανο Δραγούμη. Μεταξύ Βενιζέλου και Σκουλούδη (ύστερα και από την μεταξύ τους επαφή ) προέκυψε μία αμοιβαία αντιπάθεια ενώ ο ίδιος ο Σκουλούδης εμφανιζόταν ως αντίθετος στη σύγκληση αναθεωρητικής βουλής.

Έτσι χάρη και στη επιρροή Βενιζέλου, στη ψηφοφορία που επακολούθησε ο Δραγούμης πήρε 14 ψήφους, ο Σκουλούδης 4, ενώ υπήρξε και μία λευκή ψήφος. Ο Δραγούμης αφού στελέχωσε την κυβέρνηση του (το υπουργείο στρατού το πήρε ο ίδιος ο Ζορμπάς) ξεκίνησε άμεσα τις απαραίτητες διεργασίες. Το δύσκολο έργο ανέλαβε επιτροπή εμπειρογνωμόνων που θα κατέληγε στο ποια άρθρα θα αναθεωρούνταν. Η όλη διαδικασία ολοκληρώθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου με την υπερψήφιση των προτάσεων της επιτροπής με ψήφους 150 υπέρ και 11 κατά (το κόμμα του πρώην Πρωθυπουργού Μαυρομιχάλη). Στις 17 Μαρτίου το βουλευτικό ψήφισμα επικυρωνόταν και με βασιλικό διάγγελμα γεγονός που άνοιγε τον δρόμο για την διενέργεια εκλογών που αποφασίστηκε να διεξαχθούν τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Ο επαναστατικός σύνδεσμος αναμένοντας το βασιλικό διάγγελμα δημοσίευσε σε όλες τις εφημερίδες το πρακτικό διάλυσης του κινήματος… (Πάντως πυρήνας στελεχών θα παρέμενε σε κρυφή επιφυλακή για την περίπτωση επιπλοκών).

Η Διοικητική επιτροπή του Στρατιωτικού συνδέσμου συνελθούσα σήμερον 15ην Μαρτίου 1910 απεφάσισε τα εξής : «Έχουσα υπ` όψιν τα μεταξύ του συνδέσμου και της παρούσης Κυβερνήσεως συμπεφωνημένα καθ` α αυτή ανέλαβε την διεκπεραίωσιν και διατήρησιν του παρά της επαναστάσεως αρξαμένου έργου και την παράδοσιν τούτου τη Εθνοσυνελεύσει δηλοί ότι ληγούσης της αποστολής του Στρατιωτικού συνδέσμου άμα τη δημοσιεύσει του Βασιλικού διατάγματος περί συγκλήσεως αναθεωρητικής βουλής, και εν πεποιθήσει ότι η μεσεγγυούχος κυβέρνησις θα διατηρηθεί αρτία μέχρι της συγκλήσεως της αναθεωρητικής Βουλής παύει ούτος υφιστάμενος, άπαντες δε οι αξιωματικοί οι αποτελούντες τα μέλη αυτού απαλλάσσονται των υποχρεώσεων ας ανέλαβον». (Εφημερίδα Απογευματινή 30/08/09, αφιέρωμα στο κίνημα στο « Γουδί «, Σελ.18).

Η κυβέρνηση Δραγούμη ύστερα από την εκπλήρωση του βασικού ζητήματος παρέμεινε στην αρχή μέχρι τις εκλογές του Αυγούστου, προχωρώντας μάλιστα τόσο σε ορισμένες ενέργειες ενδυνάμωσης του στρατεύματος αλλά και σε πετυχημένη νομισματική μεταρρύθμιση. Όμως η διακυβέρνηση του θα αμαυρωθεί όταν την Άνοιξη του 1910 θα υπάρξει βίαιη και αιματηρή καταστολή αγροτικών κινητοποιήσεων στη Θεσσαλία. Το αγροτικό ζήτημα ήταν ένα ακανθώδες πρόβλημα που θα απασχολούσε και την αναθεώρηση του συντάγματος το 1911. Μέχρι το 1881 οι Οθωμανοί γαιοκτήμονες είχαν την επικαρπία της γης, παίρνοντας μόνο ένα μέρος των κερδών από τη γη.
Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 στον εθνικό κορμό, αρκετοί Έλληνες της διασποράς εκμεταλλευόμενοι την απαγόρευση απαλλοτρίωσης των κτημάτων την αποχώρηση των Οθωμανών και την πολιτική Τρικούπη αγόρασαν όλα τα κτήματα για να γίνουν και ιδιοκτήτες με αποτέλεσμα την χειροτέρευση της θέσης των κολίγων.

Μάλιστα η Οθωμανική κυβέρνηση προειδοποιούσε την Ελλάδα αν προέβαινε σε απαλλοτρίωση των τσιφλικιών των Ελλήνων Οθωμανών υπηκόων της !!! δείχνοντας ένα υποκριτικό ενδιαφέρον, την ίδια στιγμή που κυνηγούσε με μανία το ελληνικό στοιχείο στην χώρα της… Οι εκλογές της 8ης Αυγούστου θα αναδείξουν μια πολυκομματική βουλή με την παρουσία πολλών ανεξάρτητων με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη όχι μόνο η ανάθεση της Πρωθυπουργίας σε κάποιον αλλά και η ίδια η διαδικασία της Αναθεώρησης. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε η προσωρινή διατήρηση της κυβέρνησης Στέφανου Δραγούμη. Σύμφωνα με τον Μαρκεζίνη (Τόμος Γ’ Σελ. 106), τα παλαιά κόμματα διατηρούσαν την πλειοψηφία, με τον Θεοτόκη να ελέγχει 94 βουλευτές, τον Ράλλη 64, τον Μαυρομιχάλη 34 και τον Ζαΐμη 13, δηλαδή σύνολο 205 βουλευτές, έναντι 153 ανεξάρτητων, μέσα στους οποίους εντάσσονταν 45 αγρότες από την Θεσσαλία, 5 βουλευτές του Κοινωνικού Λαϊκού κόμματος του Αλ Παπαναστασίου που έκανε για πρώτη φορά την εμφάνιση του και 15 που ήταν οι αρχικά προσκείμενοι στον Βενιζέλο. (Ο Βενιζέλος παρά την απουσία του στο εξωτερικό καθ` όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ήρθε πρώτος στα σφαιρίδια (η ψήφος της εποχής) στην ενιαία τότε εκλογικά περιοχή της Αττικοβοιωτίας που ήταν υποψήφιος).

Το μείζον θέμα που προέκυψε ήταν αν η βουλή θα ήταν Αναθεωρητική όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των πολιτικών αρχηγών ή Συντακτική (αλλαγές σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος και πιθανή πολιτειακή αλλαγή) που ζητούσε η πλειοψηφία των ανεξάρτητων. Οι έντονες διαφωνίες στο ζήτημα αυτό και η πολυδιάσπαση της βουλής οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια σε ακυβερνησία και πολιτική αναρχία. Οι υποστηρικτές της Συντακτικής αναθεώρησης είχαν ορμή αλλά ήταν πολυδιασπασμένοι , στερούμενοι πολιτικής συνοχής. Η μεγάλη ελπίδα τους ήταν να ηγηθεί της ανομοιογενούς ομάδας ο Βενιζέλος, γεγονός που όμως ο τελευταίος απέφευγε επιμελώς. Η δυναμική των οπαδών της Συντακτικής βουλής οδήγησε σε αντισυσπείρωση τους αρχηγούς των έως τότε πολιτικών κομμάτων που επιθυμούσαν την σύσταση Αναθεωρητικής βουλής.

Μάλιστα οι πολιτικοί αρχηγοί θα άρουν την εμπιστοσύνη τους προς την κυβέρνηση Δραγούμη ελπίζοντας ότι λόγω της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που διέθεταν, θα έπαιρναν από τον Βασιλιά και την εντολή σχηματισμού της νέας κυβέρνησης. Όμως προς γενική έκπληξη αυτή θα δοθεί στον Βενιζέλο παρά την μικρή του ακόμη κοινοβουλευτική δύναμη. Η είδηση πέφτει ως κεραυνός εν αιθρία σε Ελλάδα αλλά και Ευρώπη. Ποιοι όμως ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον Βασιλιά σε αυτή την απόφαση που άλλαξε τον ρου της ελληνικής ιστορίας ; Αν και κανένας εκ των δύο συνομιλητών δεν αναφέρθηκε αναλυτικά στο ζήτημα αυτό εντούτοις είναι φανερό ότι και οι δύο πλευρές (ανεξάρτητα των προσωπικών τους πεποιθήσεων) ήξεραν ότι το πρωτεύον ήταν η επίτευξη πολιτικής ηρεμίας, αντιλαμβανόμενοι ότι για την πραγματοποίηση της ήταν απαραίτητη η συνεργασία τους…Ο Βασιλιάς συνειδητοποιούσε ότι η κατάσταση οδηγείτο σε αναρχία και ίσως σε εμφύλιο ή νέο πραξικόπημα…

Έβλεπε ότι οι έως τώρα πολιτικοί αρχηγοί είχαν χάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου και ότι εκείνος που μπορούσε να τιθασεύσει την ορμή των αναδυόμενων κοινωνικών δυνάμεων ήταν ο πολιτικά ανερχόμενος Βενιζέλος. (Ήδη είχε δημιουργηθεί το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ πολλοί ανεξάρτητοι βουλευτές προσχωρούσαν σε αυτό…). Ο Βενιζέλος είχε πείσει πολλούς για τις πολυποίκιλες ικανότητες του ενώ η στάση του στο πολιτειακό ζήτημα είχε αμβλύνει τις επιφυλάξεις σε μεγάλο μέρος του συντηρητικού κόσμου. Ο ίδιος με την σειρά του με την διορατικότητα του έβλεπε τα πολεμικά σύννεφα που μαζεύονταν και ότι για να υπάρξει ασφαλής ομπρέλα έπρεπε να επανέλθει η πολιτική και κοινωνική ηρεμία. Άλλωστε όλο αυτό το διάστημα και οι δύο πλευρές είχαν φροντίσει να προϊδεάσουν τους συνομιλητές τους εκθειάζοντας η μία την άλλη… Ο Ενεπεκίδης παραθέτει αρκετά διαφωτιστικές αναφορές του Αυστριακού πρεσβευτή.Σύμφωνα με αυτές ο Βασιλιάς εμφανιζόταν αισιόδοξος για το μέλλον της Ελλάδας, επαινώντας τον Βενιζέλο τόσο για τους λόγους του όσο και για την απόφαση του να αποδεχθεί αναθεωρητική και όχι συντακτική βουλή.

Επίσης απέρριπτε τους ισχυρισμούς ότι ήταν αντιδυναστικός. Στην ίδια συζήτηση δεν δίστασε να ασκήσει κριτική για επιλογές του Θεοτόκη και του Ράλλη, δηλαδή των έως τώρα ισχυρότερων πολιτικά ανδρών. (Πολυχρόνη Ενεπεκίδη « Η δόξα και ο διχασμός « Σελ.158). Από την πλευρά του ο Βενιζέλος τόνιζε τα φρονήματα του υπέρ της Βασιλείας, εκφράζοντας την επιθυμία του ο Βασιλιάς να μην είναι απλώς διακοσμητικό στοιχείο αλλά να παίζει ουσιαστικότερο ρόλο. (Πολυχρόνη Ενεπεκίδη « Η δόξα και ο διχασμός « Σελ.153). Την ίδια περίοδο αντίστοιχες δηλώσεις έκανε και ο διάδοχος Κωνσταντίνος (άρτι αφιχθείς από το εξωτερικό) που ανέφερε ότι ήταν δίκαιη η καταδίκη των παλαιών κομμάτων στις τελευταίες εκλογές, των οποίων η νοοτροπία και οι πολιτικές μέθοδοι ήταν ανασχετικοί της προόδου και της στρατιωτικής ανασυγκροτήσεως. (Γεωργίου Ασπρέα « Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας « Τόμος Γ’ Σελ.160-161). Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και μάλλον προαποφασισμένες. Ο Βενιζέλος αποδέχεται την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, όμως γνώριζε ότι σε κάθε περίπτωση θα ήταν όμηρος είτε των παλαιών πολιτικών αρχηγών που ήταν διατεθειμένοι να του δώσουν προσωρινή ψήφο ανοχής, είτε των υποστηρικτών της συντακτικής αναθεώρησης …

Έτσι γνωρίζοντας ότι το δημιουργηθέν χάος το χρεώνονται τα έως τότε υπάρχοντα κόμματα και ότι ο ίδιος κερδίζει συνεχώς έδαφος εξαναγκάζει τον Βασιλιά να συναινέσει στην διάλυση της Α’ Αναθεωρητικής βουλής και στην προκήρυξη νέων εκλογών για τις 28 Νοεμβρίου. Οι Θεοτόκης και Ράλλης θα καταγγείλουν το γεγονός ως αντισυνταγματικό και ύστερα από σφοδρές αντιπαραθέσεις με τον Βενιζέλο αποφασίζουν να απέχουν των εκλογών… Ήδη όμως σχηματιζόταν ένα ρεύμα υπέρ του νεοϊδρυθέντος κόμματος των Φιλελευθέρων που θα πετύχει συντριπτική νίκη εκλέγοντας 208 από τους 266 βουλευτές. Η εντολή του λαού ήταν σαφής, άλλωστε και η πρόσκληση για αποχή μάλλον σημείωνε αποτυχία αφού σύμφωνα με το υπουργείο εσωτερικών η επιπλέον αποχή σε σχέση με τις εκλογές του Αυγούστου ήταν 8%. (Γεωργίου Ασπρέα « Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας « Τόμος Γ’ Σελ.167).

Η νέα κυβέρνηση θα προσπαθούσε να φέρει εις πέρας το βαρύ φορτίο της εκτεταμένης αναθεώρησης (αλλά σε μη θεμελιώδεις διατάξεις ) του Συντάγματος. Μέσα στο πλαίσιο αυτό θα προστατευθεί καλύτερα η ιδιωτική περιουσία,θα θεσπισθεί η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, η ισοβιότητα των δικαστών, η ελευθερία του τύπου, θα καθιερωθεί η υποχρεωτική δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, θα ορισθεί η Κυριακή σαν υποχρεωτική μέρα αργίας, αλλά και το δικαίωμα του κράτους να απαλλοτριώνει εκτάσεις αν αυτό είναι για το γενικό συμφέρον. Επίσης θα καθιερωθεί το ασυμβίβαστο ανάμεσα στο στρατιωτικό και το βουλευτικό αξίωμα. Δηλαδή όποιος στρατιωτικός θα ήθελε να θέσει υποψηφιότητα για βουλευτής θα έπρεπε πλέον να παραιτείται της στρατιωτικής του ιδιότητας. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να επαναφέρει την ηρεμία και στο στράτευμα. Ο Βενιζέλος (που για να ελέγχει καλύτερα τις εξελίξεις στο στράτευμα είχε κρατήσει και το υπουργείο στρατιωτικών) θα επαναφέρει τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ενώ παράλληλα (πιθανότατα λόγω συμφωνίας με τον Βασιλιά) φροντίζει να μην ανέβουν ιεραρχικά άτομα που είχαν συμμετάσχει στο κίνημα.

Ο Βενιζέλος ήξερε ότι η απόφαση αυτή θα προκαλούσε αντιδράσεις, όμως για εκείνον προείχε η διατήρηση καλών σχέσεων με το παλάτι και η συντήρηση κλίματος εθνικής ενότητας.

Για τον ίδιο λόγο προχωρά στην άμεση καταστολή νέας στρατιωτικής στάσης που εκδηλώθηκε στο στρατό τον Ιανουάριο του 1911 μη διστάζοντας να συλλάβει και να φυλακίσει ακόμη και δύο αξιωματικούς μέλη του συμβουλίου με τους οποίους συζητούσε ένα χρόνο πριν …
(Γεωργίου Ασπρέα « Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας « Τόμος Γ’ Σελ.169).

Παράλληλα θα ξεκινήσει μια προσπάθεια διπλωματικής προσέγγισης με τις άλλες Βαλκανικές χώρες, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν οι διμερείς συμφωνίες. Το ζήτημα ήταν εξαιρετικά λεπτό, αφού η Ελλάδα δεν έπρεπε να είναι θεατής των εξελίξεων, όμως οι συζητήσεις για τις εδαφικές διεκδικήσεις πολλών περιοχών είναι σίγουρο ότι θα δημιουργούσαν ρωγμές στην υπό εκκόλαψη βαλκανική συμμαχία. Παράλληλα για να μην προκαλέσει το Οθωμανικό κράτος και παρά τα μύχια συναισθήματα του διαμήνυε ότι η Ελλάδα δεν επιθυμεί την ενσωμάτωση της Κρήτης στον εθνικό κορμό. Ο Βενιζέλος θεωρώντας ότι η Β’ Αναθεωρητική βουλή ολοκλήρωσε το έργο της, πάλι για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας θα προτιμήσει την εκ νέου πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 12 Μαρτίου του 1912 και αντιλαμβανόμενοι το λάθος τους οι απέχοντες των προηγούμενων εκλογών αποφάσισαν την εκ νέου συμμετοχή τους σε αυτές …

Νέα Κυβέρνηση Βενιζέλου – Το διπλωματικό παρασκήνιο των βαλκανικών χωρών και η πορεία προς τον Α’ Βαλκανικό πόλεμο

Οι εκλογές (με πλειοψηφικό σύστημα) ανέδειξαν πάλι νικητή τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το κόμμα Φιλελευθέρων που είχε στη νέα βουλή 146 σε σύνολο 181 βουλευτών. Η ενωμένη αντιπολίτευση των Θεοτόκη, Ράλλη και Μαυρομιχάλη ανέδειξε 27, ενώ υπήρξαν και ορισμένοι ανεξάρτητοι όπως ο βουλευτής Πατρών Γούναρης. Η νίκη του Βενιζέλου δεν εξέπληξε κανέναν. Μέσα σε λίγους μήνες όχι μόνο είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος αλλά είχαν υποβληθεί στη βουλή δεκάδες ακόμη νόμοι για πλειάδα θεμάτων. Παράλληλα εντεινόταν η προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού σε όλα τα επίπεδα. Από την άλλη πλευρά η συνεργασία της αντιπολίτευσης επιτεύχθηκε κυρίως από την ανάγκη αντιμετώπισης του ισχυρού αντιπάλου και όχι γιατί οι μέχρι χθες αντίπαλοι είχαν κοινό ιδεολογικό πλαίσιο. Άλλωστε λίγοι πίστευαν ότι ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας τους θα μπορούσε να υπάρξει βιώσιμη κυβέρνηση επί μακρόν

Η αναβαπτισμένη κυβέρνηση μπορούσε τώρα να αφοσιωθεί με το ακανθώδες ζήτημα της συμμετοχής της χώρας στη βαλκανική συμμαχία και την προετοιμασία της για τον επερχόμενο πόλεμο. Πάντως το πρώτο πρόβλημα του Βενιζέλου προήλθε από την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Την ίδια ημέρα με την Ελλάδα διεξήχθησαν εκλογές και στη Κρήτη. Τις επόμενες ημέρες οι εκλεγμένοι βουλευτές του νησιού ήρθαν στην Ελλάδα για να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις του ελληνικού κοινοβουλίου. Το πρόβλημα που δημιουργήθηκε ήταν μεγάλο, αφού οι Νεότουρκοι απειλούσαν με πόλεμο αν οι βουλευτές γινόντουσαν δεκτοί, ενώ μερίδα του τύπου και υπουργοί ήρθαν σε ρήξη με τον Πρωθυπουργό. Όμως ο Βενιζέλος ήταν αναγκασμένος προκειμένου να αποφύγει πρόωρες περιπλοκές, να κάνει την « καρδιά του πέτρα « εμποδίζοντας δια της βίας την είσοδο τους στην ελληνική βουλή…

Την εποχή εκείνη υπήρχε στη χώρα ένα πολιτικό δίλημμα, η διπλωματική προσέγγιση με την Βουλγαρία ή την Τουρκία ; (Από την Σκύλλα στη Χάρυβδη θα λέγαμε εμείς). Αν και έγιναν προσπάθειες για την δημιουργία φιλικού κλίματος ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία η έλλειψη ειλικρίνειας και η καχυποψία σε συνδυασμό με το κίνημα των Νεότουρκων έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της συνεννόησης με τις Βαλκανικές χώρες. Μάλιστα όπως αποκάλυψε ο Βενιζέλος σε δήλωση του στην βουλή (Εφημερίδα Εμπρός,φύλλο 22/06/1913, Σελίδα 3), αν οι Τούρκοι δεχόντουσαν να παραχωρήσουν την Κρήτη έναντι έστω καταβολής φόρου υποτελείας, η Ελλάδα ίσως και να μην προχωρούσε σε πόλεμο εναντίον τους. Όμως η πρόταση αυτή απορρίφτηκε, με τον Βενιζέλο ουσιαστικά να τονίζει ότι αφού από το μέρος της Τουρκίας παρότι ζήτησα λίγα δεν έλαβα τίποτε δεν μου απέμενε παρά να πάω στο άλλο μέρος και αυτό ακριβώς έκανα.

Έτσι η Ελλάδα αποφασίζει να επιδιώξει συνεργασία με τις άλλες βαλκανικές χώρες. Ήδη η Σερβία και η Βουλγαρία έχουν και αυτές αποφασίσει να συνεργαστούν για την εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη και την ευόδωση των εθνικών τους πόθων. Οι Σέρβοι βιάζονταν να προχωρήσουν γιατί συν τοις άλλοις είχαν πληροφορηθεί και για τις προσπάθειες της Αυστροουγγαρίας να δημιουργήσει αυτόνομο Αλβανικό κράτος, γεγονός που τους ανησυχούσε ιδιαίτερα… (Νικολάου Βλάχου « Η συμμαχική προσέγγιση των βαλκανικών χωρών « Σελ.14). Αλλά και οι Βούλγαροι ανησυχούσαν αφού οι Νεότουρκοι όχι μόνο είχαν συγκεντρώσει στρατεύματα στα σύνορα των δύο χωρών, αλλά εκτόξευαν και απειλές εναντίον τους. Έτσι όχι μόνο εγκατέλειψαν κάθε σκέψη για συνεργασία με το καθεστώς των Νεότουρκων αλλά αποφάσισαν να τους αντιμετωπίσουν στρατιωτικά συμμαχώντας με τις Σερβία και Ελλάδα. Οι Βούλγαροι δεν έκρυβαν τις υπέρμετρες φιλοδοξίες τους, όμως παρότι ήξεραν ότι το θέμα της διανομής των εδαφών θα δημιουργούσε εντάσεις με τις άλλες χώρες, προχώρησαν στις συνεργασίες γιατί γνώριζαν ότι μόνοι τους θα ήταν δύσκολο να νικήσουν το Οθωμανικό κράτος.

Από εκεί και πέρα οι διπλωματικές τους προσπάθειες αποσκοπούσαν αφενός μεν να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των βαλκανικών χωρών αλλά αφετέρου να διασφαλιστεί ότι οι ίδιοι θα καρπώνονταν τα περισσότερα εδάφη σε περίπτωση νίκης. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν να έρθουν πρώτα σε επαφή με την Σερβία την οποία και ποιο ισχυρή στρατιωτικά θεωρούσαν αλλά και γιατί σε αντίθεση με την Ελλάδα είχε λιγότερες φιλοδοξίες για τα μακεδονικά εδάφη… Πάντως οι διαπραγματεύσεις με την Σερβία που άρχισαν το Φθινόπωρο του 1911 ήταν δύσκολες και θα χρειαστεί η ρωσική παρέμβαση για να ολοκληρωθούν με επιτυχία την άνοιξη του 1912. Οι Σέρβοι επέμεναν να υπάρξει από πριν καθορισμός του ποια εδάφη θα έπαιρνε η κάθε χώρα σε περίπτωση νίκης ενώ οι Βούλγαροι επεδίωκαν την αυτονόμηση μεγάλου μέρους της Μακεδονίας και της Θράκης προσδοκώντας ότι μελλοντικά θα μπορούσαν να την απορροφήσουν εξολοκλήρου (όπως είχε γίνει και με την Ανατολική Ρωμυλία το 1885).

Τελικά με την ρωσική παρέμβαση θα βρεθεί η μέση λύση και στις 13 Μαρτίου του 1912 θα υπογραφεί η συμφωνία. Το σύμφωνο σε γενικές γραμμές ανέφερε ότι οι δύο χώρες θα βοηθούσαν η μία την άλλη σε περίπτωση επίθεσης από τρίτη χώρα, (οι Σέρβοι φοβόντουσαν και την Αυστροουγγαρία ενώ οι Βούλγαροι την Ρουμανία) με 150.000 και 200.000 στρατό αντίστοιχα. Προέβλεπε και επίθεση στην Τουρκία αν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της απαιτούσαν κάτι τέτοιο ενώ γινόταν λόγος και για επίθεση στην περίπτωση που το status quo απειλείτο. Σε ότι αφορούσε το μοίρασμα των εδαφών που ήταν και το μεγάλο αγκάθι αποφασίστηκε ορισμένα εδάφη να μοιραστούν εκ των προτέρων, ενώ τα υπόλοιπα θα αποτελούσαν αυτόνομη επαρχία υπό την τυπική επικυριαρχία του Σουλτάνου αλλά με διοίκηση που θα προέκυπτε από την ισχυρότερη κοινότητα της περιοχής (οι Βούλγαροι θεωρούσαν ότι η βουλγαρική κοινότητα ήταν η ισχυρότερη άρα η διοίκηση του τμήματος αυτού θα έπρεπε να περάσει στα χέρια της).

Αν για διάφορους λόγους η αυτονομία αυτού του τμήματος δεν πραγματοποιείτο, τότε οι δύο χώρες θα προχωρούσαν στο μοίρασμα του, με τον Τσάρο στο ρόλο του επιδιαιτητή. Συγκεκριμένα οι Βούλγαροι θα έπαιρναν όλα τα εδάφη νότια και ανατολικά της Ροδόπης και του Στρυμόνα και οι Σέρβοι τα εδάφη βόρεια και δυτικά του Σκάρδου. Ενώ το μέρος της Μακεδονίας που καταρχήν συμφωνήθηκε να επιδιωχθεί η αυτονόμηση του ήταν η σημερινή κεντρική Μακεδονία (με τη Θεσσαλονίκη), η σημερινή δυτική ελληνική Μακεδονία, τα εδάφη του σημερινού κράτους της FYROM και το Κοσσυφοπέδιο. Έχοντας ολοκληρώσει με επιτυχημένο τρόπο τις διαπραγματεύσεις με τη Σερβία, οι Βούλγαροι αποφάσισαν να προχωρήσουν και τις αντίστοιχες με την Ελλάδα. (Ήδη μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας είχαν υπάρξει επαφές από το 1911 που κατέληξαν σε μια προφορική συμφωνία). Οι Βούλγαροι δεν είχαν σε εκτίμηση τον ελληνικό στρατό και δεν ήταν διατεθειμένοι να ικανοποιήσουν τις «υπέρμετρες« ελληνικές αξιώσεις, όμως υπολόγιζαν στη βοήθεια του ελληνικού στόλου, ενώ σε κάθε περίπτωση ο ελληνικός στρατός θα απασχολούσε ορισμένες μονάδες του οθωμανικού στρατού.

Οι ίδιοι θεωρούσαν ότι οι ελληνικές απαιτήσεις θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την παραχώρηση της Κρήτης, των νησιών του Αιγαίου, της Ηπείρου και των περιοχών γύρω από τον Όλυμπο. Σε αντίθεση με το σύμφωνο που είχε υπογραφεί με τη Σερβία, το σύμφωνο που υπογράφτηκε τον Μάιο του 1912, ήταν καθαρά αμυντικό, ενώ δεν θα ίσχυε αν υπήρχαν περιπλοκές εξαιτίας του Κρητικού ζητήματος. Επιπλέον δεν γινόταν η παραμικρή νύξη για μοίρασμα εδαφών.

Η ελληνική πλευρά προσπάθησε να θέσει το ζήτημα, όμως οι Βούλγαροι ήταν άκαμπτοι και ο Βενιζέλος που θεωρούσε ως πρωτεύον ζήτημα την ένταξη της Ελλάδας στη συμμαχία έδωσε εντολή να μην συνεχιστεί η ανακίνηση του …Με τη σειρά της η Ελλάδα απέκρουσε τις βουλγαρικές προσπάθειες για αποδοχή καθεστώτος αυτονομίας για τη Μακεδονία…

Μάλιστα η ελληνική πλευρά τόνισε ότι αν ήταν να ανακινηθεί τέτοιο ζήτημα αυτό θα έπρεπε να αφορά το σύνολο των ευρωπαϊκών περιοχών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, όμως η βουλγαρική επιμονή θα έχει τελικά μερικά αποτελέσματα. Έτσι στο άρθρο 1 θα υπάρξει μνεία « για τα δικαιώματα των χριστιανικών κοινοτήτων των απορρεόντων εκ των συνθηκών «. Τον Ιούνιο του 1912 και με αφορμή ένα ταξίδι του Βούλγαρου ηγεμόνα Φερδινάνδου στη Βιέννη θα υπάρξει επαφή με τον ηγεμόνα του Μαυροβουνίου Νικήτα στην οποία θα επιβεβαιωθεί (προφορικά) ότι αν οι βαλκανικές χώρες επιτίθονταν στην Οθωμανική αυτοκρατορία θα μπορούσαν να υπολογίζουν και στη δική του συνδρομή. (Νικολάου Βλάχου « Η συμμαχική προσέγγιση των Βαλκανικών χωρών « Σελ.27). Έτσι το καλοκαίρι του 1912 οι τέσσερις βαλκανικές χώρες ολοκλήρωναν τις διπλωματικές τους επαφές, εντείνοντας και τις προσπάθειες για την καλύτερη στρατιωτική τους προετοιμασία.

Οι Τούρκοι που βρισκόντουσαν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία έστω και καθυστερημένα αντιλήφθηκαν προς τα πού πήγαινε η κατάσταση.

Εξαιτίας αυτού τον Σεπτέμβριο προχώρησαν σε γενική επιστράτευση κάθε στρατεύσιμου στα Βαλκάνια, ενώ προσέγγισαν διπλωματικά την Ελλάδα, χωρίς όμως ακόμη και την ύστατη στιγμή να προτείνουν κάτι συγκεκριμένο. Φυσικά η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να παρασυρθεί από αόριστες, ασαφείς και ανειλικρινείς υποσχέσεις. Αν και το ζήτημα του διακανονισμού της διανομής εδαφών έμενε σε εκκρεμότητα εντούτοις λίγες ημέρες πριν την έναρξη του πολέμου αλλά και όταν διαφάνηκε η νικηφόρα έκβαση του πρέπει να έγινε μια ακόμη προσπάθεια από ελληνικής πλευράς για μια καταρχήν συμφωνία που όμως πάλι προσέκρουσε στην βουλγαρική άρνηση…Ο Βεντήρης αναφέρει ότι κατά την σύναψη του στρατιωτικού συμφώνου μεταξύ των δύο χωρών πρέπει να έγινε μία πρώτη βολιδοσκόπηση από ελληνικής πλευράς που όμως προσέκρουσε στην βουλγαρική άρνηση. (Γιώργου Βεντήρη « Η Ελλάδα του 1910-20 «, Τόμος Α’ Σελ.100). Ενώ λίγες ημέρες αργότερα υπήρξε νέα αρνητική απάντηση του Βούλγαρου Πρωθυπουργού Γκέσωφ προς τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Κορομηλά:« Λαμβανομένης υπ’ όψιν της ελλείψεως χρόνου, είναι απαραίτητον να μην ανακοινώνται ζητήματα, άτινα θα απαιτήσωσι νέας διαπραγματεύσεις μετά της Σερβίας «. (Κων/νου Σερεπίσου « Αγώνες δια την Θεσσαλονίκην 1912-13 « Σελ.20).

Ενώ για το ίδιο θέμα ο Βενιζέλος σε συνεδρίαση της βουλής στις 21/06-04/07/1913 τόνιζε ότι : «Ολίγας ημέρας μετά την κήρυξιν του πολέμου κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ότε εγένετο καταφανές ότι δεν επρόκειτο πλέον περί μεταρρυθμίσεων αλλά ότι θα αντιμετωπίζετο το ζήτημα της διανομής της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, η Ελλάς ήρχισεν απευθυνόμενη προς τους συμμάχους δια να ζητήση και πάλιν να κανονισθή εν καιρώ το ζήτημα όπερ εγεννάτο εκ του πολέμου εκείνου, το ζήτημα της διανομής και διαχαράττουσα γραμμήν των εθνολογικών αυτής αξιώσεων προσέθηκεν ότι επειδή προέβλεπε το δυσχερές ίσως της απευθείας συνεννοήσεως νομίζει επιβεβλημένον εις αυτήν να προτείνη όπως εάν τοιαύτη φιλική συννενόησις απευθείας δεν κατορθωθεί τα το διαφωνιών υποβληθώσιν εις λύσιν εις διαιτησίαν. Εν τούτοις παρήρχοντο μήνες μετά μήνας χωρίς να κατωρθούται σαφής απάντησις επί των ερωτήσεων ημών». (Εφημερίδα Εμπρός της 22-06-1913, Σελίδες 1-2).

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η Ελλάδα επεδίωκε να ρυθμίσει τα νέα σύνορα των συμμάχων με ρεαλισμό, όμως οι προτάσεις της προσέκρουαν στην αλαζονεία και την υπερβολική αυτοπεποίθηση της Βουλγαρίας. Όμως η άκαμπτη βουλγαρική πολιτική θα ευνοήσει τελικά τα ελληνικά συμφέροντα, αφού στην Ελλάδα θα ενσωματωθούν και περιοχές που ήταν έξω από τους αρχικούς σχεδιασμούς της.Πάντως για την τουρκική κυβέρνηση τα πρώτα προβλήματα θα προέλθουν το καλοκαίρι από τους Αλβανούς αυτονομιστές που θα ξεσηκωθούν ζητώντας τη διοικητική ενοποίηση των τεσσάρων ξεχωριστών έως τότε επαρχιών (Σκόπια- Σκόδρα-Γιάννινα- Μοναστήρι) και τον έλεγχο τους από Αλβανό διοικητή (Σύμφωνα με τον Ασπρέα, η παρότρυνση υπήρξε από τους ίδιους τους Τούρκους προκειμένου να αποδυναμωθούν Ελλάδα και Σερβία). Οι Αλβανοί ανησυχούσαν αφού έβλεπαν ότι η βαλκανική συμμαχία όχι μόνο ήταν γεγονός αλλά και ότι προχωρούσε σε μοίρασμα περιοχών που θεωρούσαν εθνικό τους έδαφος. Έτσι (όχι χωρίς διαφωνίες) αποφάσισαν τελικά ότι το συμφέρον τους θα ήταν να υποστηρίξουν την Οθωμανική αυτοκρατορία, προσδοκώντας ότι με την συμφωνία αυτή θα μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους τους. Έτσι συνεπικουρούμενοι και από το ομόθρησκο με τους Τούρκους (η πλειοψηφία του Αλβανικού πληθυσμού είναι Μουσουλμάνοι) υποστήριξαν την Τουρκία.

Όμως τελικά έπεσαν παταγωδώς έξω στους υπολογισμούς τους αφού η Τουρκία θα συντριβεί σε ελάχιστες ημέρες, ενώ τα αντάρτικα σώματα που είχαν συγκροτήσει θα συντριβούν και αυτά από τους Σέρβους που μέσα σε λίγες ημέρες θα καταλάβουν το σύνολο του Κοσσόβου εισβάλλοντας λίγο μετά και σε εδάφη του σημερινού αλβανικού κράτους. Έτσι οι Αλβανοί αλλάζουν άρδην την πολιτική τους αποστασιοποιούμενοι από την Τουρκία, δημιουργώντας μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση υπό τον Κιαμήλ Πασά που θα διακηρύξει (καθυστερημένα πάντως) την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Πλέον οι Αλβανικές ελπίδες βασιζόντουσαν στην ταύτιση συμφερόντων με την Αυστροουγγαρία που επιθυμούσε διακαώς να κτυπήσει τις εδαφικές φιλοδοξίες των βαλκάνιων συμμάχων (κυρίως αυτές των Σέρβων) και που τελικά θα οδηγήσουν στην δημιουργία του Αλβανικού κράτους, τα σύνορα του οποίου διατηρούνται αναλλοίωτα έως και σήμερα.

Λίγο αργότερα θα υπογραφεί η συνθήκη του Λονδίνου με την οποία οι βαλκανικές χώρες πετύχαιναν την εκδίωξη των Τούρκων από τα ευρωπαϊκά εδάφη…

Βιβλιογραφία

1) Αγώνες δια την Θεσσαλονίκην 1912-1913, Κωνσταντίνου Σερεπίσου, Αθήναι 1991 Ανάτυπο εκ του λγ’ τόμου του περιοδικού Παρνασσός.
2) Πολιτική Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδας 1830-1912, Γεωργίου Ασπρέα, Αθήνα 1922.
3) Πολιτική Ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος (Τόμος Γ’ 1909-1915) Σπύρου Μαρκεζίνη, Εκδόσεις Πάπυρος Αθήνα 1966.
4) Η συμμαχική προσέγγιση των τεσσάρων Βαλκανικών κρατών το 1912, Νικολάου Βλάχου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, από δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1953.
5) Εφημερίδα Απογευματινή, φύλλο της 30ης Αυγούστου με ένθετο αφιέρωμα 64 σελίδων για το κίνημα στο Γουδί.
6) Περιοδικό « εικονογραφημένη ιστορία « τεύχος 494, Αύγουστος 2009, αφιέρωμα στο κίνημα στο Γουδί.
7) Η δόξα και ο διχασμός, τα απόρρητα αρχεία Αυστροουγγαρίας και Γερμανίας του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη Καθηγητή πανεπιστημίου Βιέννης, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος.
8) Η Ελλάδα του 1910-20, Γεώργιου Βεντήρη, Εκδόσεις Πυρσός 1931.

Άρθρο του Κωνσταντίνου Λινάρδου
Αναδημοσίευση από τα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top