Νοέμβριος 1987: Ο Γιώργος Κοσκωτάς έχει μόλις αγοράσει την ΠΑΕ Ολυμπιακός από τον Σταύρο Νταϊφά και οι δυο άνδρες δίνουν τα χέρια.

Για τον Γιώργο Κοσκωτά και την Τράπεζα Κρήτης έχουν γραφτεί πολλά, η δε μυθολογία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό το θέμα (κυρίως για πολιτική προπαγάνδα και εκμετάλλευση) έχει αλλοιώσει την πραγματικότητα και, κατά συνέπεια, έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις στον κόσμο. Επειδή αυτό το ιστολόγιο αρνείται εκ πεποιθήσεως να μπει σε συνωμοσιολογικές συζητήσεις, υιοθετεί την αποδεδειγμένη και απλούστατη εκδοχή ότι στην Τράπεζα Κρήτης του Κοσκωτά δεν έγινε τίποτε περισσότερο από ό,τι έγινε πολλά χρόνια αργότερα στην Proton του Λαυρεντιάδη: εκμετάλλευση των αδυναμιών τού συστήματος και υπεξαίρεση των διαθεσίμων της τράπεζας προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών σχεδίων του μεγάλου αφεντικού της.

Η ιστορία αρχίζει το 1979, όταν επί κυβερνήσεως Κων. Καραμανλή ο 25χρονος τότε Γιώργος Κοσκωτάς δραπετεύει από τις ΗΠΑ όπου καταζητείται για πλαστογραφία και έρχεται στην Ελλάδα για να διοριστεί διευθυντής συναλλάγματος στην Τράπεζα Κρήτης. Τρία χρόνια αργότερα, αγοράζει -με απροσδιόριστης προέλευσης χρήματα- την εκδοτική εταιρεία «Γραμμή» από τον Παύλο Μπακογιάννη και το 1984 δίνει ένα δισ. δραχμές και αγοράζει το 56% της Τράπεζας Κρήτης (στην πορεία, αγόρασε άλλο ένα 26% κι έφτασε στο 82%). Το 1986 επιχειρεί να αγοράσει και την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος αλλά συναντά αντιδράσεις (κυρίως από τον τύπο) και η δουλειά χαλάει αλλά την επόμενη χρονιά αγοράζει από τον Σταύρο Νταϊφά την ΠΑΕ Ολυμπιακός.

Στο μεταξύ, ο Κοσκωτάς κάνει δυο βασικές επιλογές. Η πρώτη είναι η καθιέρωση από την Κρήτης εξαιρετικά ευνοϊκών όρων προς καταθέτες και δανειολήπτες, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την εκρηκτική αύξηση των καταθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται πλέον και εκείνες των ΔΕΚΟ (το 1988 βρίσκει την Κρήτης να διαθέτει καταθέσεις ύψους 76,5 δισ., εκ των οποίων τα 13 ανήκαν στις ΔΕΚΟ). Η δεύτερη είναι η κυριαρχία του στον χώρο του τύπου, ώστε να μπορεί να προσφέρει (με το αζημίωτο, φυσικά) στήριξη στην κυβέρνηση.

Για να πετύχει αυτή την κυριαρχία, κάνει δυο επί μέρους κινήσεις. Από την μια, ενισχύει την «Γραμμή», η οποία εκδίδει μια εφημερίδα (24 Ώρες) και έξι περιοδικά. Από την άλλη, αγοράζει τρεις φιλονεοδημοκρατικές εφημερίδες (Βραδυνή, Καθημερινή, Εβδόμη), τις οποίες μετατρέπει σε φίλα προσκείμενες στο ΠαΣοΚ, εξασφαλίζοντας την κυβερνητική εύνοια. Και κάπου εκεί κάνει το μοιραίο λάθος: επιχειρεί να αποκτήσει και την Ελευθεροτυπία. Δεν έχει υπολογίσει ότι ο Τεγόπουλος με τον Φυντανίδη όχι απλώς θα τα στηλώσουν αλλά θα του κηρύξουν και τον πόλεμο. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1987 αρχίζουν να βγαίνουν στο φως σωρεία αποκαλύψεων για το παρελθόν τού Κοσκωτά (πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος κλπ). Στο παιχνίδι μπαίνει και το συγκρότημα Λαμπράκη. Τελικά, υπό το βάρος των αποκαλύψεων και των ψιθύρων, τον Ιούνιο του 1988 ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διατάσσει έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης.

Μόνο που ο έλεγχος δεν είναι εύκολος. Στις 8 Ιουλίου 1988, ο Χαλικιάς στέλνει επιστολή στον υπουργό οικονομικών Παναγιώτη Ρουμελιώτη, με την οποία ζητάει άρση του απορρήτου των λογαριασμών τής Κρήτης. Στην έκθεσή του για εκείνη την χρονιά, ο διοικητής τής ΤτΕ είναι αποκαλυπτικός: «Για να μπορέσει η ΤτΕ να ασκήσει αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος της χώρας, πρέπει να αποκτήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων. Είναι κατά κύριο λόγο αναγκαίο να καταργηθεί το απόρρητο των καταθέσεων έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος και των ελεγκτικών της οργάνων». Ο Ρουμελιώτης κινείται και τα πράγματα αλλάζουν. Όπως διαπιστώνει ο Χαλικιάς με ικανοποίηση, «με πρόσφατη τροπολογία καλύπτεται το σχετικό κενό και θα πάψει να ισχύει το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της».

Στην έκθεσή του στις αρχές του 1989, ο Χαλικιάς προβαίνει σε σύντομη εξιστόρηση των γεγονότων, αναπτύσσοντας την θέση τής ΤτΕ και απαντώντας έμμεσα σε εκείνους που την κατηγορούσαν για ανεπαρκή εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, ιδίως δε της Τράπεζας Κρήτης: «Επισημαίνεται σχετικά ότι ο τακτικός έλεγχος που ασκήθηκε στην Τράπεζα Κρήτης το 1987 δεν διαπίστωσε, ούτε όμως μπορούσε να διαπιστώσει, υπεξαιρέσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες, εφόσον ίσχυε το άβατο για τα ελεγκτικά όργανα της ΤτΕ στους προσωπικούς λογαριασμούς σε δραχμές και συνάλλαγμα του τότε προέδρου της και στους λογαριασμούς όψεως των ελεγχόμενων από την Τράπεζα Κρήτης και τον τότε πρόεδρό της επιχειρήσεων. Σε ανάλογες ανυπέρβλητες δυσκολίες προσέκρουσε και ο έκτακτος έλεγχος που άσκησαν τα ελεγκτικά όργανα της ΤτΕ στην Τράπεζα Κρήτης επί ένα τετράμηνο, από 20 Ιουνίου 1988 μέχρι 19 Οκτωβρίου 1988, οπότε διορίστηκε προσωρινός επίτροπος. Πάλι δεν διαπιστώθηκαν, ούτε μπορούσαν να διαπιστωθούν, λόγω του απορρήτου των καταθέσεων, οι υπεξαιρέσεις που είχαν γίνει».

1991, ειδικό δικαστήριο για το «σκάνδαλο Κοσκωτά». Αριστερά ο Γιώργος Πέτσος, δεξιά ο Μένιος Κουτσόγιωργας

Τα όσα επακολούθησαν είναι γνωστά. Η έρευνα απέδειξε ότι ο Κοσκωτάς είχε υπεξαιρέσει από την τράπεζα 33,5 δισεκατομμύρια, από την εποχή που ήταν ακόμη απλός υπάλληλός της. Η Τράπεζα Κρήτης κατέρρευσε και η χώρα συγκλονίστηκε από την πολιτική κρίση του 1989-1990, μαζί με τα ειδικά δικαστήρια και όσα άλλα έφερε αυτή η κρίση μαζί της. Κι ενώ επί σειρά ετών το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να αβαντάρει τον Κοσκωτά (*), στην συνέχεια ήρθε να πληρώσει τα σπασμένα. Με την συνεργασία της ΤτΕ, χώρισε την Κρήτης σε «καλή» και «κακή» (για πρώτη φορά γινόταν κάτι τέτοιο στην Ελλάδα), πούλησε την «καλή» στον Λάτση (**) και έβαλε 38 δισ. δραχμές για να φτιάξει την «Νέα Τράπεζα Κρήτης», προκειμένου να εκκαθαρίσει την «κακή» και να αποσβέσει τους κραδασμούς.

Cogito Ergo Sum

(*) Εδώ δεν θα φορτώσουμε όλα τα στραβά στον Μένιο Κουτσόγιωργα. Δεν μπορεί να ήτανμόνο ο Κουτσόγιωργας που έκανε πως δεν άκουγε αυτό που ρωτούσε κάθε έλληνας («πού βρήκε τα λεφτά ο Κοσκωτάς;»), που ωθούσε τους διοικητές των ΔΕΚΟ να βάλουν τα διαθέσιμά τους στην τράπεζα του Κοσκωτά ή που παρακώλυε την διεξαγωγή του φορολογικού ελέγχου στην Κρήτης. Άλλωστε, ο Χαλικιάς είναι καταπέλτης στην έκθεσή του, αποδίδοντας ευθέως την κυβέρνηση ευθύνες για -εκούσια ή ακούσια- υπόθαλψη ή και συγκάλυψη του σκανδάλου: «Η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προτείνει στην κυβέρνηση από τις αρχές τού 1988 τις νομοθετικές αυτές ρυθμίσεις (ενν. την άρση του απορρήτου των καταθέσεων έναντι της ΤτΕ)». Εξ άλλου, η απορία από πού κι ως πού μια τράπεζα διορίζει ως διευθυντή συναλλάγματος κάποιον άγνωστό της 25χρονο, ο οποίος διώκεται στις ΗΠΑ για πλαστογραφία, δεν απαντήθηκε ποτέ.

(**) Αιφνιδιάζοντας τους πάντες, η Eurobank του ομίλου Λάτση πρόσφερε το αστρονομικό ποσό των 93 δισ. δραχμών, όταν έναν χρόνο νωρίτερα ο Σάλλας έδινε μόνο 17 δισ. για λογαριασμό της Πειραιώς και ενώ οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις είχαν ως οροφή τα 30 δισεκατομμύρια. Ο γενικός διευθυντής τής Eurobank Ν. Νανόπουλος είχε δηλώσει τότε: «Δεν προσφέραμε περισσότερα από όσο αξίζει η τράπεζα, αλλά, ασφαλώς, εάν γνωρίζαμε πόσο χαμηλές θα ήταν οι προσφορές των άλλων, θα διαμορφώναμε άλλη προσφορά».

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top