Ακούμε και διαβάζουμε συνέχεια για τη φυγή των νέων από την Ελλάδα και ειδικότερα για τη φυγή των επιστημόνων με τη γνωστή επωδό ότι αυτό είναι απώλεια για την πατρίδα μας.

Ενώ όμως είναι γνωστό ότι η οικονομική ευημερία ενός κράτος εξαρτάται και από το ανθρώπινο κεφάλαιό του, επικρατεί η ανάλυση των οικονομικών πόρων λόγω της οικονομικής επιστήμης και όχι η ανάλυση των παραγόντων που αυξάνουν το ανθρώπινο ταλέντο και τις δεξιότητες που αποτελούν αντικείμενο των συμπεριφοριστικών κυρίως επιστημών.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο σχετίζεται με την επένδυση που κάνει ένας άνθρωπος στην εκπαίδευση για να αυξήσει την οικονομική παραγωγικότητά του.Σε παλαιότερα άρθρα έχω τονίσει τη σημασία της εκπαίδευσης για τη βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας των ατόμων γιατί, ως γνωστόν, ένας καλά εκπαιδευμένος πληθυσμός είναι ένας παραγωγικός πληθυσμός. Αυτό άλλωστε υποστηρίζει και η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου. Η επίσημη εκπαίδευση που λαμβάνουν οι άνθρωποι θεωρείται παραγωγική επένδυση το ίδιο ίσως και καλύτερη από την επένδυση στους φυσικούς πόρους.

Υπάρχει μία συγκεκριμένη λογική που βρίσκεται πίσω από την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Αυτή συνοψίζεται στο ότι οι νέοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στη συσσωρευμένη γνώση των προηγούμενων γενιών, πρέπει να διδαχτούν το πώς η υφιστάμενη γνώση μπορεί να δημιουργήσει καινούρια προϊόντα και διαδικασίες αλλά και πρέπει να ευνοείται η δημιουργικότητα των ανθρώπων έτσι ώστε να παράξουν νέες ιδέες και προϊόντα και συνεπώς να αυξήσουν την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων αλλά και την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα του κράτους.

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου αιτιολογεί τη δαπάνη που γίνεται από το κράτος στην εκπαίδευση και είναι ιδιαίτερα ελκυστική ως θεωρία γιατί αποδεικνύει τις οικονομικές επιπτώσεις της επένδυσης τόσο σε μάκρο όσο και σε μίκρο επίπεδο. Όσο πιο εκπαιδευμένοι είναι οι άνθρωποι ενός κράτους τόσο γρηγορότερα επιτυγχάνεται η οικονομική και η κοινωνική του ανάπτυξη.

Οι Psacharopoulos & Woodhall (1997:102) υποστηρίζουν ότι: «οι ανθρώπινοι πόροι αποτελούν τη βάση του πλούτου των εθνών. Το κεφάλαιο και οι φυσικοί πόροι αποτελούν παθητικούς παράγοντες της παραγωγής ενώ οι άνθρωποι είναι ένας ενεργητικός παράγοντας που συσσωρεύει κεφάλαιο, εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους, κτίζει κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτικούς οργανισμούς και προωθεί την εθνική ανάπτυξη».

Εάν ένα κράτος θέλει να προάγει την ανάπτυξη, για την οποία γίνεται πολύς λόγος στη χώρα μας, θα πρέπει να έχει γενικότερη τάση ανάπτυξης που να διευκολύνει την κοινωνική κινητικότητα αλλά και τη γενικότερη κοινωνική άνοδο των εγγραμμάτων. Σε αντίθεση όμως αυτού, οι εγγράμματοι καταδικάζονται στην ανεργία και ωθούνται στη μετανάστευση.

Οι άνθρωποι που είναι εκπαιδευμένοι, έχουν και άλλο ένα πλεονέκτημα για μία χώρα που θέλει να αναπτυχθεί, που είναι αυτό της προσαρμογής στις διάφορες ανάγκες της παραγωγής και έτσι μπορούν να υποκαταστήσουν τους φυσικούς πόρους που δεν διαθέτει ένα κράτος καλύπτοντας αυτή την έλλειψη.

Η επένδυση στην εκπαίδευση έχει μεγαλύτερη διάρκεια από άλλα είδη αναπαραγωγικού κεφαλαίου και συνεπώς είναι πιο παραγωγική από άλλες επενδύσεις. Από την άλλη, η επένδυση στην εκπαίδευση μεταφέρει τους πόρους για μελλοντική κατανάλωση αντί αυτοί να καταναλωθούν στο παρόν.

Κρίσιμο όμως είναι και το στοιχείο ισορροπίας γιατί η έλλειψη σε εκπαιδευμένα άτομα αναχαιτίζει την ανάπτυξη μίας χώρας ενώ η μεγάλη προσφορά τους περιορίζει την ανάπτυξη και δημιουργεί ανεργία. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν γιατί χώρες σαν την Γερμανία επιζητούν εκπαιδευμένο προσωπικό, είναι προφανές σύμφωνα με τα παραπάνω, το κάνουν για να μην εμποδίσουν τους ρυθμούς ανάπτυξής τους, ανεξάρτητα εάν αυτό αναχαιτίζει την ανάπτυξη από τις χώρες από τις οποίες απορροφούν το δυναμικό αυτό, χώρες όπως είναι η δική μας. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι οι ασαφείς ισχυρισμοί για την ανάπτυξη της χώρας μας, πέφτουν για άλλη μια φορά στο κενό γιατί δεν δημιουργούνται, ούτε μέσω της εκπαίδευσης, οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

Η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου έχει δεχτεί αρκετές κριτικές μία από τις οποίες είναι ότι παρά τις προσπάθειες των ανθρώπων να βελτιώσουν τις γνώσεις τους, οι θέσεις εργασίας δεν επαρκούν και οι θέσεις όπου μπορούν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους είναι ακόμα λιγότερες. Η απάντηση έχει δοθεί από τους αρκετούς ερευνητές της θεωρίας του ανθρώπινου κεφαλαίου, οι οποίοι επισημαίνουν ότι τα οικονομικά οφέλη της εκπαίδευσης δεν μπορούν να ληφθούν εάν η ποιότητα της εκπαίδευσης είναι χαμηλή και εάν το εκπαιδευτικό σύστημα υποκινείται πολιτικά.

Συνεπώς, εάν ένα κράτος θέλει να επιτύχει ανάπτυξη πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαμορφώσει ένα στρατηγικό πλάνο ανάπτυξης στο οποίο η εκπαίδευση υψηλής ποιότητας θα κατέχει βασικό ρόλο και η οποία δεν θα επηρεάζεται από πολιτικούς λόγους, κάτι όμως που στη χώρα μας υπήρξε ο κανόνας για σειρά ετών.

Φωτεινή Μαστρογιάννη
Οικονομολόγος, Καθηγήτρια ΜΒΑ

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top