Η στρατηγική και οι προσπάθειες των μεγάλων δυνάμεων για τον απόλυτο έλεγχο καίριων κυβερνητικών και υπηρεσιακών θέσεων στην Ελλάδα

Του Σπύρου Νάννου

Η διεθνής πολιτική μοιάζει με κουκλοθέατρο στο οποίο οι μεγάλες δυνάμεις κινούν τα νήματα σε πολλές «μαριονέτες» που έχουν στις υπό έλεγχο πιο αδύναμες και μικρές χώρες – συμμάχους. Φυσικά η προσπάθεια αυτή να κινούν «μαριονέτες» - πολιτικούς ή στελέχη της κρατικής μηχανής επεκτείνεται σε κράτη που ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Έτσι γινόταν πάντα! Στον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και τώρα που ζούμε έναν δεύτερο ψυχρό πόλεμο με την αντιπαράθεση Δύσης και Ρωσίας.

Έχει τεράστιο ενδιαφέρον το πω προκρίνονται, επιλέγονται, εγκρίνονται, προσεγγίζονται και ελέγχονται τα πολιτικά πρόσωπα που καταλαμβάνουν καίριες θέσεις στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες μικρές χώρες.

Υπάρχουν κάποιες θέσεις – «κλειδιά» στην κυβερνητική μηχανή όπου για να τοποθετηθεί ένα πρόσωπο πρέπει να έχει ουσιαστικά την απόλυτη έγκριση των συμμάχων μας. Ας πούμε στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν μπορεί να τοποθετηθεί υπουργός έτοιμος να συνεργαστεί με τη Μόσχα ή με εχθρικές προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ κυβερνήσεις. Είτε είναι επάνω ο Καραμανλής, είτε ο Παπανδρέου, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Αλέξη Τσίπρα. Κάθε φορά που σχηματίζεται μία κυβέρνηση, οι πρεσβείες των χωρών – μελών του ΝΑΤΟ, με πρώτη την Αμερική, ενημερώνονται για τις προθέσεις του νέου πρωθυπουργού και τα πρόσωπα που πρόκειται να ορκιστούν υπουργοί ή επικεφαλής στο Άμυνας, στο Προστασίας του Πολίτη, στο Εξωτερικών, στην ΕΥΠ και στην Αστυνομία.

Η CIA, η NSA, h MI6, όσο και οι υπόλοιπες υπηρεσίες ξεσκονίζουν τα προφίλ των υποψηφίων να καταλάβουν αυτές τις θέσεις, εξετάζουν τους φακέλους τους και όλες τις δυνατότητες επιρροής και ελέγχου που μπορούν να έχουν πάνω τους. Άλλωστε, πρέπει να γίνει σαφές ότι οι πάντες επιδιώκουν (όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες ευαίσθητες χώρες), να έχουν «δικούς τους ανθρώπους» σε καίριες θέσεις, στις οποίες οι τοποθετούμενοι κα κατέχοντες μπορούν να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις και να προβούν σε ενέργειες, οι οποίες πιθανόν να πλήξουν κάποιους ή να ωφελήσουν κάποιους άλλους λιγότερο ή περισσότερο. Αυτές είναι οι λεγόμενες «θέσεις κλειδιά», που λίγο – πολύ είναι οι ίδιες σε όλες τις κυβερνήσεις, δημοκρατικές ή όχι, και κυρίως έχουν σχέση με την άμυνα της χώρας, την εξωτερική πολιτική της, την ασφάλεια και τάξη στο εσωτερικό της, ενώ εκείνες στον οικονομικό τομέα μπορεί να είναι σημαντικές, αλλά οι σχετικές αποφάσεις και ενέργειες είναι αποκλειστικά συλλογικές. Οι διαφορές αυτών των θέσεων, από χώρα σε χώρα, εντοπίζονται περισσότερο στους αριθμούς αυτών, που είναι οπωσδήποτε μικτές και μάλλον ουδόλως ουσιαστικά διαφοροποιούν την όλη γενική αντίληψη και σημασία τους.

Η ουσιαστική διαφορά που υπάρχει σε αυτές τις θέσεις και μεταξύ των διαφόρων χωρών είναι ότι στις μεγάλες χώρες – δυνάμεις οι συγκεκριμένες επιλογές αποφασίζονται από τις κυβερνήσεις τους ή από τυχόν εσωτερικούς παράγοντες και τα πιθανά κέντρα που επηρεάζουν τις επιλογές και τις κατευθύνσεις της χώρας, ενώ στις μικρότερες χώρες και ειδικότερα σε εκείνες που σύρονται πίσω από τα άρματα μεγάλων στρατιωτικών συμμαχιών ή ελέγχονται οικονομικά από μεγάλα παγκόσμια κέντρα, οι επιλογές και οι τοποθετήσεις σε αυτές τις θέσεις ελάχιστα αποτελούν ανεπηρέαστες και αποκλειστικές αποφάσεις της κυβέρνησης.

Η Ελλάδα, όπως είναι φυσικό, εντάσσεται προφανώς στη δεύτερη κατηγορία – περίπτωση, οπότε κάποιες κρίσιμες αποφάσεις για τοποθετήσεις και διορισμούς σε συγκεκριμένες θέσεις επηρεάζονται ή επιβάλλονται από άλλες χώρες, μεγάλες δυνάμεις ή ξένα κέντρα συμφερόντων. Αυτό συνέβαινε πάντοτε στις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, άλλοτε σε μεγάλο και απόλυτο βαθμό και σε κάποιες άλλες χρονικές περιόδους κάπως περιορισμένα και με κάποιον διακριτικό τρόπο.

Δυστυχώς για τη χώρα μας, εδώ και μερικά χρόνια και στη διαδρομή της οικονομικής μας κατάρρευσης, οι κυβερνήσεις μας μάλλον άβουλα και μοιρολατρικά αποδέχονται υποδείξεις και απαιτήσεις και για πολλά άλλα πέραν των συγκεκριμένων θέσεων θέματα από διάφορους εξωτερικούς ισχυρούς παράγοντες.

Επιχειρώντας μία συγκεκριμένα αναφορά, αποκάλυψη και κριτική επί αυτών των διαχρονικών κυβερνητικών επιλογών αυτών των θέσεων και τοποθετήσεων στη χώρα μας, θα πρέπει να τις συγκεκριμενοποιήσουμε και να τις αξιολογήσουμε, ως προς τη σημασία και την αξία που διαθέτουν και ενδιαφέρουν.

Υπουργείο Εξωτερικών

Η θέση του υπουργού Εξωτερικών αποτελεί σίγουρα μία ενδιαφέρουσα περίπτωση, αφού είναι το πρόσωπο που συζητά και διαπραγματεύεται σοβαρά θέματα σχέσεων και διεθνών πολιτικών αποφάσεων και ενεργειών, οι απόψεις και οι εισηγήσεις του οποίου επηρεάζουν καθοριστικά τις σχετικές κινήσεις και θέσεις της κυβέρνησης επί μεγάλων διεθνών προβλημάτων, τις οποίες οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και γενικά οι δυτικοί σύμμαχοί μας επιθυμούν να ταυτίζονται πλήρως με τις δικές τους. Επομένως, είναι φυσικό να διαβιβασθούν, εντέχνως και μέσω διακριτικών γραμμών και διαθέσιμων μέσων και επαφών, οι σχετικές εισηγήσεις των ενδιαφερομένων προς τον όποιον Έλληνα πρωθυπουργό ή πρόσωπο του στενού περιβάλλοντός του, σε χρόνο που συζητείται και αποφασίζεται η σύνθεση της κυβέρνησης ή κάποια αλλαγή στο κυβερνητικό σχήμα.

Επιπρόσθετα, προς την κατεύθυνση υλοποίησης των συγκεκριμένων επιδιώξεων επιστρατεύονται και χρησιμοποιούνται κατάλληλα πρόσωπα του εγχώριου πολιτικού και επιχειρηματικού χώρου, καθώς και διεθνείς προσωπικότητες που συμβαίνει να διατηρούν σχέσεις και θετική αναγνωρισιμότητα σε ανάλογους ελληνικούς κύκλους.

Για τη συγκεκριμένη επιλογή και τοποθέτηση, το πλέον έντονο ενδιαφέρον επιδεικνύεται κυρίως από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, για να εξασφαλίζεται πρωτίστως η κοινή γραμμή της ΕΕ σε καίρια διεθνή ζητήματα, και συγχρόνως να εξασφαλίζεται η προώθηση των σχετικών πολιτικών θέσεών της, μέσα από τις όποιες διεθνείς επαφές του και ακόμα τις οποιεσδήποτε τοποθετήσεις και δηλώσεις του, ενώ οι πέραν του Ατλαντικού μεγάλοι σύμμαχοί μας δεν φαίνεται να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα στη συγκεκριμένη θέση.

Υπουργείο Εθνικής Άμυνας

Η επιλογή του Έλληνα υπουργού Άμυνας ενδιαφέρει, επίσης, ιδιαίτερα μεγάλες χώρες και, βεβαίως, τη μεγάλη στρατιωτική συμμαχία στην οποία ανήκει και η χώρα μας. Ο υπουργός Άμυνας επηρεάζει σημαντικά, αν όχι κατευθύνει σε απόλυτο βαθμό, τον τρόπο συμμετοχής των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε διάφορες ασκήσεις, περιπολίες, πάσης φύσεως στρατιωτικές συνομιλίες και συνεργασίες με άλλες χώρες και κυρίως εντός του ΝΑΤΟ, όπου επιβάλλεται να λαμβάνονται ομόφωνες αποφάσεις και να αποφεύγονται οποιεσδήποτε αντιρρήσεις, διαφωνίες ή αμφισβητήσεις.

Επίσης, είναι ο βασικός εισηγητής για ελληνική συμμετοχή ή όχι στις διάφορες στρατιωτικές αποστολές της συμμαχίας και των Ηνωμένων Εθνών, σε πολλές χώρες και σε σημεία του πλανήτη. Ξεχωριστό στοιχείο ενδιαφέροντος επικεντρώνεται στο πρόσωπο του υπουργού Άμυνας, επειδή και πάλι αποτελεί τον κύριο εισηγητή για όλους τους εξοπλισμούς και τις προμήθειες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που ανέκαθεν αποτελούσε δελεαστική αποστολή για κάθε χώρα παραγωγής και εμπορίας στρατιωτικών όπλων, υλικών και προμηθειών, για εύλογους και άκρως επικερδείς ως προς το μέγεθος και της όλης σημασίας τους λόγους, που κυρίως λόγω των σχετικών μεγάλων οικονομικών μεγεθών – κερδών και αντίστοιχων πλεονεκτημάτων αποτέλεσε και αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις αντικείμενο και πεδίο ερίδων κα απροκάλυπτων αντιπαραθέσεων μεταξύ μεγάλων συμμαχικών χωρών – δυνάμεων.

Στην περίπτωση του Έλληνα υπουργού Άμυνας, η τοποθέτησή του ενδιαφέρει κατά πολύ περισσότερο τους αμερικανούς, αφού αποτελούν την μεγάλη δύναμη της συμμαχίας, την οποία επιθυμούν να ελέγχουν απόλυτα και να την κατευθύνουν προς εξυπηρέτηση των πολλών και μεγάλων στρατηγικών συμφερόντων τους, αποδίδοντας, βεβαίως, την ανάλογη σημασία και το ενδιαφέρον τους στον ξεχωριστό στόχο και το μεγάλο γενικό πλεονέκτημα των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και στρατιωτικών προμηθειών.

Υπουργείο Δημόσιας Τάξης

Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης θεωρείται, επίσης, μία πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση για όλες τις μεγάλες χώρες, που έχουν και διατηρούν ικανές παρουσίες στη χώρα μας και τις οποίες επιθυμούν να διατηρούν ασφαλείς. Για να επιτευχθεί η αποστολή αυτών των επισήμων ή όχι παρουσιών τους στη χώρα μας, απαιτείται η ασφαλής διαβίωση και δραστηριοποίηση των προσώπων και των εγκαταστάσεων που τις συγκροτούν, επιδίωξη που κυρίως εξασφαλίζεται μέσω των ελληνικών αρχών ασφαλείας και ειδικότερα των υπηρεσιών της ελληνικής αστυνομίας, οι οποίες υφίστανται και λειτουργούν κάτω από τον έλεγχο κα την αποδεδειγμένη επιρροή του προϊσταμένου τους υπουργού. Πιο συγκεκριμένα και όσον αφορά τις μεγάλες δυτικές χώρες και πρωτίστως τις ΗΠΑ, οι όλες τους εκπροσωπήσεις και αποστολές ανέκαθεν παρουσίαζαν μία ξεχωριστή σημασία και διακρίνονταν από μία πρόσθετη ευαισθησία, κυρίως επειδή κάποιες από αυτές έχουν στοχοποιηθεί, πληγεί και συνεχίζουν να απειλούνται από οργανώσεις, ομάδες και κινήσεις, που φαίνεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και να δημιουργούνται, ακόμα και μετά τη 17Ν και τον ΕΛΑ, που ιστορικά αποτέλεσαν την μεγάλη τους σχετική απειλή. Για λόγους ασφαλείας, λοιπόν, ο Έλληνας υπουργός Δημόσιας Τάξης αποτελεί σημαντικό στόχο προσέγγισης και επηρεασμού από πολλές μεγάλες δυτικές χώρες και το Ισραήλ, οι οποίες πέραν των ποικίλων προσπαθειών τους για προώθηση της δικής τους επιλογής κατά την αρχική τοποθέτησή του, που φροντίζουν στη συνέχεια και εξαντλώντας κάθε δυνατότητα για την προσέγγισή του και τον μετέπειτα επηρεασμό του προς την επιθυμητή γ αυτές κατεύθυνση.

Ένας δελεαστικός τρόπος επίτευξης της πρώτης επαφής, που χρησιμοποιείται συχνά από τους Βρετανούς και περισσότερο από τους Αμερικανούς, είναι η προβαλλόμενη προσπάθεια οργάνωσης παροχής ενδιαφερουσών πληροφοριών γύρω από θέματα ασφάλειας στον ελληνικό χώρο και η ανάλογο βοήθεια με τεχνικά μέσα προς αυτήν την κατεύθυνση, χρησιμοποιώντας κυρίως τους προϊσταμένους των εδώ σταθμών και κλιμακίων των υπηρεσιών πληροφοριών τους (CIA – MI6), προσπάθεια και ενέργεια που μάλλον σίγουρα εξασφαλίζει την πρώτη επαφή μαζί του. Οι προμήθειες της Ελληνικής Αστυνομίας και του πυροσβεστικού σώματος, σε μέσα και υλικά, αποτελούν επίσης σοβαρούς λόγους επιλογής προσώπου της αρεσκείας τους.

Οι Αμερικανοί στην περίπτωση του υπουργού Δημόσιας Τάξης φέρονται να ενδιαφέρονται περισσότερο για την προσέγγισή του, ενώ θα πρέπει να τονισθεί ότι αποδεδειγμένο θεωρείται το σχετικό ενδιαφέρον των Βρετανών και των Ισραηλινών.

Πέρα από τις υπουργικές θέσεις, υπάρχουν και μερικές υπηρεσιακές θέσεις που επίσης ενδιαφέρουν πολλούς υψηλόβαθμους ξένους αξιωματούχους δυτικών πρωτίστως χωρών, που θεωρούνται ικανές να διευκολύνουν σημαντικά τις επίσημες παρουσίες και πολλαπλές δραστηριότητές τους στη χώρα μας.

Μία από αυτές είναι εκείνη του αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, για την τοποθέτηση του οποίου, όμως, δεν εκδηλώνεται μία τόσο άμεση και έντονη προσπάθεια σχεδόν από καμία πλευρά κατά τον χρόνο επιλογής του, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις έχουν εντοπισθεί έμμεσες ενέργειες ξένων, μέσω πολιτικών προσώπων και μεγαλοεπιχειρηματιών, για επιλογή συγκεκριμένων προσώπων. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι πρέσβεις και επικεφαλής κλιμακίων υπηρεσιών πληροφοριών δυτικών χωρών κατά καιρούς προσπάθησαν πλαγίως και εντέχνως, μέσα από συζητήσεις που φρόντισαν να έχουν με τους αρμόδιους υπουργούς Δημόσιας Τάξης, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο των επικείμενων κρίσεων – αποφάσεων, να αναφερθούν κολακευτικά για πρόσωπα της αρεσκείας τους ή απαξιωτικά για κάποια άλλα, κατά τέτοιον τρόπο που ουσιαστικά έφερναν σε δύσκολη θέση τους συνομιλητές τους υπουργούς, τόσο ως προς την ουσία και κατεύθυνση της όλης συζήτησης όσο κυρίως και ως προς τις σχετικές αποφάσεις τους.

Στις περισσότερες, πάντως, περιπτώσεις προσπάθειας για προσέγγιση και επηρεασμό του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. εκ μέρους κάποιων δυτικών αξιωματούχων, η σχετική επιχείρηση οργανώνεται και αρχίζει να εκδηλώνεται αρκετό χρόνο πριν από τις μάλλον χρονικά προκαθορισμένες κρίσεις και όταν στοχοποιούνται οι μνηστήρες και επίδοξοι αρχηγοί στις προηγούμενες θέσεις τους, στα ανώτερα ιεραρχικά επίπεδα του αστυνομικού σώματος. Η προσέγγιση και η καλή γνωριμία μαζί τους, όταν αυτοί ευρίσκονται σε χαμηλότερες θέσεις, είναι εύκολη υπόθεση για πολλούς δυτικούς αξιωματούχους, κυρίως υπηρεσιών πληροφοριών, μέσα από διάφορες σχετικές ευκαιρίες (συναντήσεις εργασίας, εορταστικές εκδηλώσεις, κοινή συμμετοχή σε διάφορες ασκήσεις, επισκέψεις ξένων αποστολών ομόλογων υπηρεσιών, κοινά συμπτωματικά ή μεθοδευμένα ταξίδια στο εξωτερικό κ.λ.π.).

Η συγκεκριμένη μέθοδος - επιχείρηση οργανώνεται στοχεύοντας τρία ή τέσσερα πρόσωπα, ένα από τα οποία εκτιμάται ότι θα επιλεγεί ως αρχηγός, ενώ το αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απόλυτα θετικό, τουλάχιστον προς τη δημιουργηθείσα γνωριμία και καλή επαφή με το νέο αρχηγό. Το όφελος του κάθε ξένου αξιωματούχου από μία καλή γνωριμία με τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. είναι ευνόητο και έχει σχέση με την επιθυμητή σε αριθμούς, μέσα και χρόνο ασφάλεια εγκαταστάσεων και προσωπικού της ξένης χώρας, καθώς και με τη δυνατότητα που διαθέτει ο εκάστοτε αρχηγός να υποστηρίξει και να προωθεί προμήθειες τεχνικών μέσων και οπλισμό από συγκεκριμένες χώρες και αγορές. Ως δελεαστικά στοιχεία σε αυτού του είδους τις προσεγγίσεις και επαφές τους, οι συγκεκριμένοι μεθοδικοί δυτικοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν και την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με τα θέματα εσωτερικής ασφάλειας κα αστυνόμευσης απέναντι στα οποία δελεάζεται και είναι δύσκολο να αδιαφορήσει κάθε υψηλόβαθμος και ευσυνείδητος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ.

Οι Αμερικανοί και απέναντι στην προσέγγιση και καλή επαφή με τον Έλληνα αρχηγό της αστυνομίας εμφανίζονται ανέκαθεν να εκδηλώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους άλλος δυτικούς, ίσως επηρεαζόμενοι και από την έντονη και απόλυτα δικαιολογημένη επιθυμία τους για να αντιμετωπισθούν οι διαχρονικές ενέργειες και απειλές σε βάρος τους στο ελληνικό έδαφος.

Άλλη σημαντική και κρίσιμη θέση, για την οποία επίσης ενδιαφέρονται οι δυτικοί αξιωματούχοι, είναι αυτή του αρχηγού του Λιμενικού Σώματος. Η καλή συνεργασία τους με τον τελευταίο εξασφαλίζει την καλύτερη ενημέρωση επί της ναυσιπλοΐας στις ελληνικές θάλασσες, ενώ συγχρόνως διευκολύνονται κινήσεις δικών τους σκαφών και θαλάσσιες επιχειρήσεις τους. Παράλληλα, δημιουργείται η έμμεση δυνατότητά τους να ελέγχουν οποιοδήποτε σκάφος κινείται σε ελληνικά ύδατα ή προσεγγίζει ελληνικές ακτές. Παραδοσιακά, οι Αμερικανοί είχαν πάντοτε εξασφαλισμένη τη μόνιμη καλή γνωριμία και σχετική επιρροή τους επί του εκάστοτε αρχηγού του Λιμενικού Σώματος.

Διεύθυνση αντιμετώπισης ειδικών εγκλημάτων βίας


Η θέση του διευθυντή της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (ΔΑΕΕΒ) αποτελεί, επίσης, μία υπηρεσιακή θέση που ενδιαφέρει πολλούς δυτικούς και όχι μόνο ξένους αξιωματούχους, κυρίως εκείνους των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους για τη συγκεκριμένη υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ., που υπάγεται απευθείας στον αρχηγό, δικαιολογείται απόλυτα από το γεγονός ότι αυτή ασχολείται με την οποιασδήποτε μορφής τρομοκρατία και γενικότερα βίαιης ενέργειας στο ελληνικό έδαφος, ενώ αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υπάρχουν και πολλοί αξιωματούχοι – σύνδεσμοι πολλών υπηρεσιών ασφάλειας στην Αθήνα, ειδικά για τις απαιτήσεις συνεργασίας τους με τη ΔΑΕΕΒ.

Η συνεργασία εντοπίζεται, κυρίως, στην ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, αναλύσεων και εκτιμήσεων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις επεκτείνεται και σε κοινές επιχειρήσεις, στα οποίες οι όποιοι ξένοι συμμετέχουν παρακολουθώντας και χωρίς να αναλαμβάνουν ουδεμία δράση. Η καλή συνεργασία των συγκεκριμένων ξένων αξιωματούχων (συνήθως οργάνων ξένων υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας) με τη ΔΑΕΕΒ είναι εύλογα συνδεδεμένη με τον υψηλόβαθμο αξιωματικό διευθυντή της, με τον οποίο όλοι επιθυμούν και επιδιώκουν προσέγγιση, καλή γνωριμία και ανάλογη εκμετάλλευση.

Την καλύτερη συνεργασία με τον διευθυντή της ΔΑΕΕΒ, και γενικότερα ε ολόκληρη τη συγκεκριμένη αστυνομική υπηρεσία, φρόντιζαν ανέκαθεν να διατηρούν οι αμερικανοί της CIA και του FBI, ενώ ακολουθούν οι Βρετανοί και πιο πίσω οι Ισραηλινοί, οι Ρώσοι (FSB), οι Γάλλοι, οι Τούρκοι κ.α.

ΕΥΠ

Η θέση του διοικητή της παλαιάς ΚΥΠ και σημερινής ΕΥΠ παραμένει μακράν η περισσότερο ενδιαφέρουσα υπηρεσιακή θέση, η οποία ενδεχομένως ξεπερνά και αντίστοιχες υπουργικές. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της οφείλεται στην όλη αποστολή της, αφού, ως η κύρια και μοναδική υπηρεσία πληροφοριών και ασφάλειας της χώρας, διαχειρίζεται μεγάλο όγκο εξαιρετικά ευαίσθητων και κρίσιμων πληροφοριών. Ως εκ τούτου, η ό,ποια σχέση και επαφή με το προσωπικό της και ιδιαίτερα με τον διοικητή της, αποτελεί τον πρώτο στόχο κάθε αξιωματούχου ξένης υπηρεσίας πληροφοριών που βρίσκεται στη χώρα μας.

Η τυπική σχέση και υπηρεσιακή επαφή με τον διοικητή και κάποια συγκεκριμένα στελέχη της επιτρέπεται, προβλέπεται, επιβάλλεται και πραγματοποιείται εκ μέρους πολλών αξιωματούχων ξένων υπηρεσιών πληροφοριών που υπηρετούν στην Ελλάδα, με βάση τα σε κάθε περίπτωση προβλεπόμενα πρωτόκολλα συνεργασίας και προς αμοιβαίο όφελος. Όμως, το μεγάλο ενδιαφέρον και πλέον σημαντικό όφελος για όλους τους ενδιαφερομένους βρίσκεται πέρα από τα όρια της τυπικής και επιβεβλημένης συνεργασίας και πιθανόν μπορεί να προκύψει μόνον ως προέκταση της άριστης σχέσης και του ξεχωριστού κλίματος της εκατέρωθεν καλής διάθεσης και φιλίας που μπορούν να αναπτυχθούν μόνο μεταξύ του επικεφαλής του κλιμακίου της ξένης υπηρεσίας με τον διοικητή της ΕΥΠ. Η δυνατότητα να καλλιεργηθεί και να αποδώσει ικανοποιητικά αποτελέσματα μία τέτοια σχέση και επαφή θεωρείται εξαιρετικά περιορισμένη, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι είναι δύσκολο να παρασυρθεί ο οποιοσδήποτε διοικητής να ξεπεράσει τα προβλεπόμενα όρια συνεργασίας, ακόμα και απέναντι σε παραδοσιακούς συμμάχους μας.

Γι αυτούς τους λόγους, οι μεγάλες υπηρεσίες πληροφοριών, που δραστηριοποιούνται και επενδύουν πολλά στη χώρα μας, εξαντλούν κάθε δυνατή προσπάθειά τους τόσο προς την κατεύθυνση μίας ελεγχόμενης επιλογής όσο και στην προσπάθεια επηρεασμού με κάθε μέσο και τρόπο του κάθε διοικητή της ΕΥΠ. Αμερικανοί και Βρετανοί φέρονται να είχαν εμπλοκή σε κάποιες σχεδιαζόμενες ή πραγματοποιηθείσες επιλογές και τοποθετήσεις στην κορυφή της ΕΥΠ, παρά τις προσπάθειές τους να μην αποκαλυφθούν οι ενέργειες και οι επιδιώξεις τους. Κάποιες άλλες φορές, δεν προέκυψε σχετικό ενδιαφέρον από καμία πλευρά, ενώ σε ελάχιστες περιπτώσεις απαιτήθηκαν, με ικανή δόση θράσους, μάλιστα, συγκεκριμένες επιλογές και τοποθετήσεις τόσο στη σύνθεση της διοίκησης όσο καις ε ενδιαφέρουσες διευθυντικές θέσεις.

Η προσπάθεια των μεγάλων δυτικών δυνάμεων προς αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα γι αυτές κατεύθυνση ουσιαστικά αρχίζει με την ορκωμοσία της ό,ποιας νέας κυβέρνησης, την οποία συνήθως ακολουθεί η αντικατάσταση της διοίκησης της ΕΥΠ, μέσα σε λίγες ημέρες. Αν έχει ήδη υπάρξει γνωριμία ή προσέγγιση με τον πρωθυπουργό ή το νέο αρμόδιο υπουργό, η προσπάθεια και η όλη σχετική επιχείρηση απλουστεύεται και κατά κανόνα επιτυγχάνει το πολυπόθητο αποτέλεσμα, δηλαδή την επιλογή προσώπου της δικής τους αρεσκείας και επιρροής, όπως συνέβη αρκετές φορές. Στην περίπτωση που δεν έχει ευοδωθεί η προσπάθεια έγκαιρης και ουσιαστικής προσέγγισης με τον πρωθυπουργό ή τον αρμόδιο υπουργό, επιστρατεύεται τυχόν γνωριμία ή σχέση με το νέο υπουργό Εξωτερικών ή εκείνον της Άμυνας, από τους οποίους απαιτείται η σχετική παρέμβασή τους. Εξυπακούεται ότι συγχρόνως εξαντλείται και κάθε ανάλογη και σχετική προσπάθεια από κυβερνητικά στελέχη της μεγάλης δυτικής χώρας. 

Αν, τελικά, με κανέναν τρόπο δεν εξασφαλισθούν οι ουσιαστικές προσβάσεις, η ευθύνη μεταφέρεται στους τοπικούς υπευθύνους και η αποστολή θεωρείται άκρως αποτυχημένη, με αποτέλεσμα τα κορυφαία τουλάχιστον μέλη των κλιμακίων των υπηρεσιών πληροφοριών να αντικαθίστανται, με τους αντικαταστάτες τους να προσπαθούν, έστω και καθυστερημένα, να εξεύρουν τρόπους προσέγγισης κα επηρεασμού του διοικητή της ΕΥΠ. Σε κάθε περίπτωση και εκ μέρους όλων σχεδόν των μεγάλων υπηρεσιών πληροφοριών, με πρώτους πάντοτε τους Αμερικανούς, καταβάλλεται μία συνεχής προσπάθεια διείσδυσης στην ελληνική μυστική υπηρεσία, με σκοπό τον έντεχνα σχεδιασμένο επηρεασμό βασικών επιχειρησιακών κυρίως στελεχών, προς τους επιθυμητούς στόχους και κατευθύνσεις.

Ως προς τους Αμερικανούς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στη μεταπολεμική Ελλάδα και περίπου μέχρι τη δεκαετία του ’90, μέσω των στενών σχέσεων και διασυνδέσεών τους στους κόλπους των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, κατάφερναν να επηρεάζουν τη στελέχωση της ΚΥΠ – ΕΥΠ, προωθώντας δικές τους επιλογές σε κρίσιμες θέσεις της υπηρεσίας. Ένα άλλο στοιχείο, που φέρονται να εκμεταλλεύονται πάντοτε οι Αμερικανοί είναι η τυχόν ικανή παραμονή και διαβίωση στις ΗΠΑ του οποιουδήποτε διοικητή της ΕΥΠ, αφού φέρονται να προβάλλουν, να ισχυρίζονται και να διαρρέουν, πάντοτε με κάποια διακριτικότητα, ότι διαθέτουν πάντοτε στοιχεία που θα έπειθαν ή θα υποχρέωναν τον οποιονδήποτε σε συνεργασία και χειραγώγηση.

Γενικά, η ΕΥΠ γα όλες τις μεγάλες υπηρεσίες πληροφοριών και ιδιαίτερα για τους Αμερικανούς θεωρείται σημαντικός και μάλλον αναγκαίος χώρος – στόχος για διείσδυση και επηρεασμό, ενώ πολλά από τα παραπάνω επαληθεύονται μέσα από τις αποκαλύψεις των Wikileaks. Πέρα από τις μεγάλες δυτικές χώρες και δυνάμεις, οι Σοβιετικοί και στη συνέχεια οι Ρώσοι επεδίωκαν πάντοτε να δημιουργήσουν επαφές και γνωριμίες με πρόσωπα που κατείχαν τις παραπάνω αναφερόμενες κυβερνητικές και υπηρεσιακές θέσεις, χωρίς ουσιαστικά ουδέποτε να επιτύχουν κάτι το ιδιαίτερο και ουσιαστικό.

Ειδικότερα, απέναντι στην παλαιά ΚΥΠ και μετέπειτα ΕΥΠ, οι Σοβιετικοί και οι Ρώσοι απέτυχαν σε όλες τις προσπάθειες προσέγγισης και διείσδυσης στους κόλπους της, όπως επίσημα έχουν εκτιμήσει και μέχρι κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή αρμόδιοι αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ, περίπτωση μοναδική για όλες τις υπηρεσίες πληροφοριών στους κόλπους της συμμαχίας.

Αντίθετα, οι Ισραηλινοί έχουν κατά καιρούς καταφέρει να προσεγγίσουν κάποιους από τους ευρισκόμενους στις θέσεις αυτές, τους οποίους όμως, επηρέασαν μόνο μερικώς και ως προς συγκεκριμένες και περιορισμένης έκτασης κατευθύνσεις.

Πηγή: Περιοδικό Crash Δεκεμβρίου 2015

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top