Ο πλανήτης μοιάζει να κατευθύνεται προς το τέλος της δεύτερης εποχής της παγκοσμιοποίησης – μέσα από μία σειρά τοπικών προβλημάτων που κάποια στιγμή θα συντονισθούν μεταξύ τους, προκαλώντας μία παγκόσμια καταιγίδα τεραστίου μεγέθους

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είχε ένα πολύ μεγάλο πλεονέκτημα, σε σχέση με αυτή που θα ξεσπάσει στο προσεχές μέλλον, σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις – ειδικά με τις πρόσφατες της τράπεζας διεθνών διακανονισμών (BIS, πηγή).

Το πλεονέκτημα της ήταν πως δεν ξέσπασε σε όλες τις χώρες μαζί, ξεκινώντας από την κρίση των αμερικανικών ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης (Sub primes) και καταλήγοντας αργότερα, σταδιακά όμως και όχι απότομα, στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους – όπου ως βασικός ένοχος θεωρήθηκε το διογκωμένο «κράτος πρόνοιας».

Σήμερα στη δίνη του κυκλώνα ευρίσκεται η Κίνα, η οικονομική κατάσταση της οποίας θυμίζει σε αρκετούς μία σύγχρονη παραλλαγή της αμερικανικής κατάρρευσης του 1929 – έχοντας προκαλέσει έναν παγκόσμιο σεισμό τις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών, μέσω των οποίων επιβιώνει και αναπτύσσεται ή καταρρέει μία ολόκληρη σειρά κρατών. Εν τούτοις, δεν είναι μόνο η Κίνα σε δύσκολη θέση, από την πλευρά τωναναπτυσσομένων οικονομιών – αφού τόσο η Ρωσία, όσο και η Βραζιλία, διακρίνονται από πολύ χειρότερους οικονομικούς δείκτες.

Στα πλαίσια αυτά, εύλογα προστέθηκε σε αυτούς που προειδοποιούν τη Fed να μην αυξήσει τα βασικά της επιτόκια η ισχυρότερη τράπεζα του πλανήτη – σύμφωνα με την οποία το μεγάλο ρίσκο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες είναι το διογκωμένο ιδιωτικό χρέος, ενώ στις αναπτυγμένες (Η.Π.Α., Ιαπωνία, ΕΕ) το δημόσιο χρέος.

Θεωρεί δε πως η Κίνα, η Βραζιλία, καθώς επίσης η Τουρκία αποτελούν το μεγαλύτερο ρίσκο για το ξέσπασμα τραπεζικών κρίσεων – οι οποίες θα μπορούσαν πολύ εύκολα να επεκταθούν σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Εν τούτοις, η πρώτη αύξηση των επιτοκίων δεν σηματοδοτεί την άμεση πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών, όπως πολλοί πιστεύουν – κρίνοντας από το γράφημα που ακολουθεί, με βάση το οποίο οι τιμές των ευρωπαϊκών μετοχών αυξάνονται κατά περίπου 15% (μέσος όρος), εντός του έτους που ακολουθεί την άνοδο των αμερικανικών επιτοκίων.


Σε αντίθεση τώρα με το παρελθόν, τα ρίσκα δεν επικεντρώνονται μόνο στις πιστώτριες τράπεζες των χωρών του ΟΟΣΑ – αφού έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό η υπερχρέωση μέσω των εταιρικών ομολογιών, οι οποίες εμφανίζονται στα βιβλία των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων αφενός μεν ως ομόλογα, αφετέρου ως άλλου είδους επενδυτικά κεφάλαια.

Η συμπεριφορά αυτών των ομολογιών είναι πολύ πιο δύσκολο να εκτιμηθεί, ενώ είναι αρκετά πιο απρόβλεπτη – ιδιαίτερα όσον αφορά τις αγοραπωλησίες των μεριδίων των επενδυτικών κεφαλαίων. Λόγω της πολιτικής δε των κεντρικών τραπεζών, ένα μεγάλο μέρος των ομολόγων διαφόρων κρατών ευρίσκονται στα χέρια ξένων επενδυτών – οπότε είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθούν.

Περαιτέρω, όσον αφορά τα συναλλαγματικά ρίσκα, στις αναπτυσσόμενες οικονομίες κυριαρχεί το δολάριο – ενώ τόσο το γεν, όσο και το ευρώ διαδραματίζουν έναν υποδεέστερο ρόλο. Ένας επί πλέον κίνδυνος είναι η υποχώρηση των απ’ ευθείας επενδύσεων που διαπιστώνεται – οι οποίες έχουν μειωθεί από 50% έως 100% το πρώτο ήμισυ του έτους.

Η μείωση των συγκεκριμένων επενδύσεων (εκροές κεφαλαίων) προκαλεί ένα διπλό πρόβλημα στις χώρες που συμβαίνει: αφενός μεν αποδυναμώνεται η εγχώρια ανάπτυξη, λόγω του ότι αποτελούν τον τρίτο συντελεστή της (ΑΕΠ = Κατανάλωση + Δημόσιες δαπάνες + Ιδιωτικές επενδύσεις + {Εξαγωγές – Εισαγωγές}), αφετέρου δυσχεραίνει η χρηματοδότηση των ισοζυγίων εξωτερικών συναλλαγών – τα οποία, ειδικά στην περίπτωση που είναι ελλειμματικά, δημιουργούν συναλλαγματικές και τραπεζικές κρίσεις. Υπενθυμίζουμε εδώ τη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας (πηγή), η οποία αποδεικνύει με σαφήνεια ότι,

(α) οι εταιρείες στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, μετά το ξεκίνημα της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων από τη Fed, έχουν αυξήσει σε τεράστιο βαθμό τα χρέη τους, μέσω της έκδοσης ομολόγων (γράφημα που ακολουθεί, πρώτη εικόνα),

(β) η αύξηση των χρεών τους προέρχεται κυρίως από την άνοδο των εισροών ξένων κεφαλαίων, τα οποία είναι ως επί το πλείστον σε δολάρια (γράφημα, δεύτερη εικόνα), καθώς επίσης πως

(γ) το μερίδιο των εκδοθέντων ομολόγων έχει αυξηθεί δραματικά σε όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές(γράφημα, τρίτη εικόνα).

Διαγράμματα – εταιρική έναντι κρατική έκδοση, σε δις δολάρια (1ο γράφημα), σε ξένο έναντι τοπικό νόμισμα (2οδιάγραμμα), εκδοθέντα/εκκρεμή ομόλογα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (3ο διάγραμμα)

Όπως διαπιστώνεται από την τρίτη εικόνα του γραφήματος, η πλέον χρεωμένη περιοχή είναι η Λατινική Αμερική/Καραϊβική (LCR). Εύλογα λοιπόν υποθέτει κανείς πως θα μπορούσε να ξεσπάσει εκεί μία ανάλογη κρίση, με αυτήν της δεκαετίας του 1980 – πόσο μάλλον όταν ήδη αρκετές χώρες (Βενεζουέλα, Κολομβία, Βραζιλία, Χιλή κλπ.) αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα, ενώ διευρύνεται η ενεργειακή κρίση (άρθρο).

Αμέσως μετά ακολουθεί η (ανατολική κυρίως) Ευρώπη/Κεντρική Ασία (ECA), η Ανατολική Ασία/Ειρηνικός (EAP), καθώς επίσης η Μέση Ανατολή/Βόρεια Αφρική (MNA). Ακόμη όμως και στη Νότια Ασία (SAR), καθώς επίσης στην Αφρική νότια της Σαχάρας (AFR), τα χρέη σε δολάρια έχουν αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Μόνο στην Κίνα το επίπεδο των χρεών σε δολάρια είναι σχετικά μικρό, αν και ο ρυθμός αύξησης τους είναι πολύ υψηλός – οπότε δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως δεν θα αντιμετωπίσει προβλήματα στο μέλλον.

Οι προειδοποιήσεις

Συνεχίζοντας, οι πρώτες προειδοποιήσεις όσον αφορά τους κινδύνους τραπεζικών κρίσεων είναι η άνοδος των χρεών, καθώς επίσης των τιμών των ακινήτων σχετικά με την μακροπρόθεσμη τάση τους. Ένας επόμενος δείκτης είναι το ποσοστό των εσόδων που οδηγούνται στην εξυπηρέτηση των χρεών – ενώ, σύμφωνα με αυτούς τους δείκτες, καθώς επίσης με την εξέλιξη τους κατά τη διάρκεια προηγουμένων κρίσεων, η Κίνα, η Βραζιλία και η Τουρκία θεωρούνται ως οι πλέον επικίνδυνες χώρες.

Με βάση τώρα την ιστορική εμπειρία, οι κλασσικές τραπεζικές κρίσεις σε χώρες με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, εκδηλώνονται εντός ενός χρονικού διαστήματος τριών ετών – με τα σημερινά συμπτώματα να μην περιορίζονται μόνο στα τρία παραπάνω κράτη αλλά, επίσης, στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη, στη Μαλαισία, στην Ινδονησία και στην Ταϋλάνδη. Επομένως, πρόκειται για ένα εξαιρετικά αυξημένο ασιατικό ρίσκο, με επίκεντρο του προβλεπόμενου σεισμού την Κίνα – ενώ όλοι όσοι θεωρούν πως η χώρα έχει τα μέσα να αντιδράσει με επιτυχία, δεν πρέπει να είναι τόσο σίγουροι.


Εκτός από τους οικονομικούς δείκτες, επίσης σημαντικά είναι τα πολιτικά ρίσκα που αφορούν εκείνα τα κράτη, οι κυβερνήσεις των οποίων είναι αδύναμες, ανίκανες ή/και διεφθαρμένες – πόσο μάλλον όταν απειλούνται με εμφυλίους πολέμους. Στην προκειμένη περίπτωση, η Τουρκία, η Βραζιλία και η Μαλαισία θεωρούνται ως οι πλέον επικίνδυνες χώρες.

Περαιτέρω, τόσο η Σιγκαπούρη, όσο και το Χονγκ Κονγκ αφενός μεν διακρίνονται από μία πολιτική σταθερότητα,αφετέρου διαθέτουν σημαντικά συναλλαγματικά αποθέματα για να ανταπεξέλθουν σε νομισματικές ή/και τραπεζικές κρίσεις – με τις πρώτες να προκαλούνται όταν μία χώρα προσπαθεί να στηρίξει το νόμισμα της, η ισοτιμία του οποίου καταρρέει όταν αυξάνονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της.

Ειδικότερα, η στήριξη του νομίσματος απαιτεί υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα, τα οποία πωλούνται από την εκάστοτε κεντρική τράπεζα που, ως εκ τούτου, καταναλώνει τις ρεζέρβες της. Έτσι υποχρεώνεται να αυξήσει τα βασικά της επιτόκια, για να υπάρξουν εισροές ξένων κεφαλαίων (ή για να σταματήσουν οι εκροές), οπότε μειώνεται ο ρυθμός ανάπτυξης – ενώ, όταν ο ιδιωτικός τομέας της χώρας είναι υπερχρεωμένος, προκαλούνται αμέσως μετά τραπεζικές κρίσεις.

Ο κίνδυνος του προστατευτισμού

Περαιτέρω είναι δεδομένο το ότι, οι ενέργειες που θεωρούνται κατάλληλες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων μίας χώρας, δεν είναι οι ίδιες στις άλλες χώρες – δεν λειτουργούν δηλαδή με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και όταν τα προβλήματα μοιάζουν μεταξύ τους ή έχουν μία κοινή αφετηρία.

Στο παράδειγμα της Ευρωζώνης, η κοινή αιτία των προβλημάτων που εμφανίσθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης είναι η υιοθέτηση του ευρώ, με την έννοια πως δημιουργήθηκαν ασυμμετρίες στο εσωτερικό της – αφενός μεν λόγω του ότι ορισμένες χώρες εκμεταλλεύθηκαν το νόμισμα για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους εις βάρος των άλλων, όπως η Γερμανία (ανάλυση), αφετέρου επειδή η κεντρική τράπεζα εφάρμοσε την ίδια νομισματική πολιτική για όλες, προσαρμοσμένη όμως στις ανάγκες των ισχυρών (ανάλυση).

Εν τούτοις, η Ιταλία διακρινόταν από μία μεγάλη περίοδο στασιμότητας της οικονομίας της, η Ισπανία από μία μεγάλη φούσκα ακινήτων, η Ιρλανδία από έναν υπερδιογκωμένο τραπεζικό τομέα, ενώ η Ελλάδα από έναν ρυθμό ανάπτυξης, βασισμένο στο δημόσιο τομέα. Το κοινό σημείο δε όλων αυτών των κρατών ήταν η υιοθέτηση μη βιώσιμων στρατηγικών αντιμετώπισης των προβλημάτων τους – οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν.

Κάτι ανάλογο χαρακτηρίζει τις διάφορες Πολιτείες των Η.Π.Α., όπως επίσης τη Ρωσία, τη Βραζιλία και την Κίνα σήμερα – όπου η Ρωσία υποφέρει από τις κυρώσεις της Δύσης, σε συνδυασμό με το ότι η οικονομία της στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών, η Κίνα από την ανάγκη αλλαγής του οικονομικού της μοντέλου, το όποιο καταρρέει, ενώ η Βραζιλία από την υπερχρέωση του ιδιωτικού της τομέα, καθώς επίσης από τις αυξήσεις των μισθών που υπερβαίνουν την άνοδο της παραγωγικότητας των εργαζομένων της.

Η λύση τώρα που επιλέγεται από πολλές χώρες είναι κοινή, παρά τη διαφορετικότητα των προβλημάτων τους: η υποτίμηση του νομίσματος. Στόχος της είναι η αύξηση των εξαγωγών (οπότε η εισαγωγή θέσεων εργασίας από τις άλλες χώρες) και η μείωση των εισαγωγών – άρα τα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με στόχο την επίλυση των προβλημάτων τους εις βάρος των υπολοίπων.

Έτσι όμως δημιουργείται ένα επόμενο πρόβλημα – αφού δεν είναι δυνατόν να υποτιμούνται όλα τα νομίσματα ταυτόχρονα. Στο παράδειγμα της Μεγάλης Ύφεσης του 1930, ακριβώς αυτή η πολιτική οδήγησε στον προστατευτισμό (δασμοί, κλείσιμο συνόρων κλπ.), ο οποίος στραγγάλισε την παγκόσμια ανάπτυξη για πολλά χρόνια – κάτι που δεν φαίνεται βέβαια να συμβαίνει σήμερα, αλλά θα μπορούσε να ακολουθήσει αργότερα.

Η μαζική μετανάστευση ανθρώπων και κεφαλαίων

Εκτός από την υποτίμηση των νομισμάτων, μία επόμενη δυσάρεστη συνέπεια των κρίσεων σε πολλές χώρες είναι η μαζική μετανάστευση ανθρώπων και κεφαλαίων.

Ειδικότερα, παρά το ότι ως αιτία της εισβολής των προσφύγων στην Ευρώπη θεωρείται ο πόλεμος στη Συρία, η αλήθεια είναι πως ο βασικότερος λόγος είναι οι συνθήκες εξαθλίωσης που επικρατούν πλέον στη Μέση Ανατολή, καθώς επίσης στη Βόρεια Αφρική (άρθρο) – ενώ οι δύο αυτές περιοχές δεν είναι οι μοναδικές στον πλανήτη που αντιμετωπίζουν τα συγκεκριμένα προβλήματα.

Εκτός αυτού, η αστάθεια που επικρατεί στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, δημιουργεί την ανάγκη στους ευκατάστατους Πολίτες τους να μεταφέρουν σε ασφαλείς προορισμούς όσο πιο πολλά χρήματα μπορούν – γεγονός που έχει διαπιστωθεί επίσης στον ευρωπαϊκό νότο, με αποτέλεσμα την πτώση των εγχωρίων καταθέσεων, τα τραπεζικά προβλήματα, τη μείωση των επενδύσεων κοκ.

Η τάση αυτή έχει οδηγήσει στην ισχυρή άνοδο των τιμών των ακινήτων στους ασφαλείς προορισμούς που επιλέγονται – όπως στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και στη Γενεύη, με αρνητικά επακόλουθα (φούσκες, χαμηλότερη ποιότητα του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων τους κοκ.).

Επίλογος

Συμπερασματικά λοιπόν, τα προβλήματα αυξάνονται γεωμετρικά σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ είναι διαφορετικά σε κάθε περιοχή του – δεν επιλύονται όμως, ως οφείλουν, γεγονός που σημαίνει ότι, κάποια στιγμή θα ξεσπάσουν όλα μαζί, προκαλώντας την προβλεπόμενη καταιγίδα των καταιγίδων.

Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη διαφορά με την κρίση του 2008 – μοιάζει δε με αυτήν που συνόδευσε την πρώτη εποχή της παγκοσμιοποίησης (σήμερα βιώνουμε τη δεύτερη, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980), η οποία κατέληξε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και αργότερα στη Μεγάλη Ύφεση.

Analyst Team

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top