Στην προσπάθεια να ελκύσουν επιχειρήσεις και πλούσιους, μερικά ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας φαίνεται ότι είναι πολύ γενναιόδωρα. Η Βαυαρία παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο.

Του Χάραλντ Σούμαν.

Αν υπάρχει ένα θέμα στο οποίο πολιτικοί, μέσα ενημέρωσης και πολίτες, συμφωνούν απόλυτα, είναι στην οργή για την έλλειψη της φορολογίας στην Ελλάδα. Ότι υπάρχουν πλούσιοι που δεν φορολογούνται κανονικά, ότι δεν διώκονται άτομα που διαπράττουν απάτες και ότι οι φόροι επί των πωλήσεων δεν συλλέγονται σωστά, όλα αυτά είναι αποδεκτά από όλους. Ο Μάρκους Σέντερ (CSU), ο υπουργός Οικονομικών της Βαυαρίας και ένας από τους πιο σκληρούς επικριτές της Ελλάδας, αναφέρεται πάντα στην «αναποτελεσματική φορολογική διοίκηση» στην Αθήνα. Αλλά ίσως ο Σέντερ θα έπρεπε να είναι λίγο πιο προσεκτικός με τέτοιες κατηγορίες. Διότι ακόμη και στη Γερμανία, και ιδίως στη Βαυαρία, οι πλούσιοι και οι επιχειρήσεις κερδίζουν κάθε χρόνο δεκάδες δισεκατομμύρια σε βάρος των φορολογουμένων πολιτών, διότι η είσπραξη των φόρων είναι αναποτελεσματική και οργανωμένη με τρόπο απελπιστικά ξεπερασμένο. Αυτό τον προβληματισμό θέτει ο πολιτικός επιστήμονας από το Μάρμπουργκ, Mάρκους Μάιντσερ, στο πρόσφατο βιβλίο του για τον «φορολογικό παράδεισο της Γερμανίας».

Για πολλά χρόνια, ο συγγραφέας αξιολόγησε προσεκτικά τις εκατοντάδες των μελετών, τις έρευνες και τα στατιστικά στοιχεία και μίλησε με φοροελεγκτές, δικηγόρους και ανακριτές. Και τα ευρήματά του είναι εκπληκτικά: Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία δεν αποτελεί πλέον «ένα παθητικό θύμα των φορολογικών παραδείσων», αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί μέρος του συστήματος της οργανωμένης φοροδιαφυγής. Ακόμη χειρότερα, η Γερμανία προσφέρει σε μαφιόζους και κλέφτες από όλο τον κόσμο, ιδανικές συνθήκες για να ξεπλένουν κεφάλαια που έχουν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο.

Ιδιωτικοί ελεγκτές κάνουν τους ελέγχους

Η Γερμανία ένα μέρος για φοροδιαφυγή και ξέπλυμα χρήματος; Τα αποδεικτικά στοιχεία λένε το αντίθετο. Εν τέλει, οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας μέσω της εξαγοράς δεδομένων, τάχθηκαν κατά φοροφυγάδων με ελβετικούς λογαριασμούς, προκαλώντας ένα κύμα αυτοκαταγγελιών. Την ίδια στιγμή, μετά τις αποκαλύψεις για φοροδιαφυγή (offshore διαρροές) και για τις φορολογικές συμφωνίες παγκόσμιων κολοσσών (“Luxleaks») υπόσχέθηκαν «το τέλος του τραπεζικού απορρήτου» και σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Από αυτή την άποψη, η πολιτική φαίνεται, τουλάχιστον, να είναι στο σωστό δρόμο.

Κι όμως αυτή η εντύπωση, αναφέρει ο Μάιντσερ, ανήκει στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων. Και ξεκινά με το γεγονός ότι στη Γερμανία το ξέπλυμα χρήματος δε συνιστά ποινικό αδίκημα εκ των πραγμάτων. Δεσπότες που ανατράπηκαν στον απόηχο της Αραβικής Άνοιξης, διατηρούσαν λογαριασμούς και χαρτοφυλάκια στη Γερμανία. Ούτε μία από αυτές τις περιπτώσεις δεν είχε ποτέ εντοπιστεί. Στο ζήτημα αυτό, οι τράπεζες έχουν ρητή υποχρέωση για «πολιτικά εκτειθέμενα πρόσωπα» να παίρνουν ειδικές προφυλάξεις. Επιπλέον, ο έλεγχος ανατίθεται από την εποπτική αρχή, Bafin, σε ιδιωτικές ελεγκτικές εταιρείες, όπως η KPMG, οι οποίες ποτέ δε βρίσκουν τίποτα που να βλάπτει το συμφέρον των πελατών τους. Σε αντίθεση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, στη Γερμανία, δεν πάγωσε, από το 2006 έως το 2012, ούτε ένα σεντ σε λογαριασμούς ξένων επενδυτών λόγω διαφθοράς.

Ιδανικές συνθήκες για μαφιόζους και κλέφτες

Σε μεγάλο βαθμό ανενόχλητοι παραμένουν επίσης οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι της Γερμανίας όσον αφορά στην παροχή των λεγόμενων λογαριασμών ανταπόκρισης για τράπεζες εκτός της ζώνης του ευρώ. Κάτι τέτοιο περιλαμβάνει πράξεις συναλλάγματος χωρίς να ελέγχεται για ποιόν. Ο Μάιντσερ τεκμηριώνει, βάσει περιπτώσεων ιδιωτικών οργανισμών που έχουν εντοπιστεί, ότι στο «οικονομικό κέντρο της Φρανκφούρτης συμπίπτουν τα νήματα πολλών ευρωπαϊκών προβλημάτων με ξέπλυμα χρήματος». Μέσω της ίδιας υπηρεσίας, η αμερικανική θυγατρική της HSBC ενεπλάκη στο μεξικανικό εμπόριο ναρκωτικών και αναγκάστηκε να πληρώσει για 1,9 δισ. δολάρια ως ποινή. «Στη Γερμανία, ωστόσο, η τράπεζα θα είχε μείνει ατιμώρητη», παρατηρεί με καχυποψία ο Μάιντσερ.

Εξίσου αδρανείς είναι οι γερμανικές αρχές, όσον αφορά στην αντιμετώπιση των φορολογικών τρικ των εταιρειών και των πλουσίων. Με μια πληθώρα από συγκλονιστικές λεπτομέρειες, ο Mάιντσερ αποδεικνύει ότι και στη Γερμανία γίνονται «σκοτεινές συμφωνίες για ειδική φορολογική μεταχείριση» και ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις των εταιρειών «χαρίζονται στο πλαίσιο τοπικών πολιτικών παιχνιδιών». Βασικός λόγος γι’αυτό είναι ο «φορολογικός ανταγωνισμός» των ομοσπονδιακών κρατών και η έλλειψη μιας ενιαίας ομοσπονδιακής φορολογικής διοίκησης, συμπεραίνει ο ίδιος.

24 δισεκατομμύρια ευρώ πρόσθετα έσοδα θα ήταν εφικτά

Ως αποτέλεσμα, τα πλουσιότερα ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας προσπαθούν να ελκύσουν επενδυτές, με το γεγονός ότι δεν κάνουν διεξοδικούς ελέγχους. Περισσότερο από το 25 τοις εκατό του συνόλου των εταιρικών φορολογικών εσόδων προκύπτουν από τα αποτελέσματα των ελεγκτών. Κατά μέσο όρο, κάθε εξεταστής εισπράττει 1,4 εκατομμύρια ευρώ περισσότερο από ό,τι κοστίζει ο ίδιος. Στο ίδιο επίπεδο κυμαίνεται και η επιτυχία της δίωξης οικονομικών εγκλημάτων. Αλλά σε αντίθεση με κάθε δημοσιονομική λογική, οι οικονομικές αρχές μειώνουν εδώ και χρόνια τις θέσεις ελεγκτών και δίωξης. «Τελευταία και καταϊδρωμένη» στη σειρά είναι ειδικά, η Βαυαρία, όπου σε κάθε ελεγκτή αντιστοιχούν 826 επιχειρήσεις, δύο φορές περισσότερες από ό,τι στο Αμβούργο.

Την ίδια στιγμή, τα ομοσπονδιακά κρατίδια είναι καθέτως αντίθετα στην επέκταση του φορολογικού ελέγχου σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Μέχρι σήμερα, οι ομοσπονδιακοί ελεγκτές επιτρέπεται απλώς, να συνεργάζονται. Αλλά σ’αυτό το ένα τοις εκατό όλων των περιπτώσεων, ανακαλύπτονται τακτικά περιπτώσεις κακής διοίκησης, οι οποίες αντιπροσωπεύουν «μόνο την κορυφή του παγόβουνου», αναφέρει ο Μάιντσερ παραθέτοντας μια μέχρι τώρα μυστική μελέτη του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Αν όλες οι έρευνες ακολουθούσαν το πρότυπο των ομοσπονδιακών ελεγκτών, θα μπορούσαν εύκολα προκύψουν πρόσθετα έσοδα της τάξης των 24 δισεκατομμυρίων ευρώ το χρόνο, υπολογίζει ο Μάιντσερ.

Ο συγγραφέας εργάζεται ως αναλυτής για το Διεθνές Δίκτυο Φορολογικής Δικαιοσύνης, ένα συνασπισμό οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών από όλο τον κόσμο, που αγωνίζονται για ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα. Γι’αυτό είναι πολύ πιθανό, η έρευνά του να είναι μεροληπτική. Αλλά ο μεγάλος αριθμός των γεγονότων μιλάει από μόνος του. Ακόμα και τώρα, οι περισσότερες εταιρείες στη Βαυαρία υπόκεινται σε έλεγχο μόνο κάθε 20 χρόνια. Ίσως ο Μάιντσερ πρέπει να στείλει μερικά αντίγραφα στην Αθήνα. Πολλοί Έλληνες μιλούν πολύ καλά γερμανικά.

* Mάρκους Μάιντσερ, Φορολογικός παράδεισος Γερμανία, Εκδόσεις CH Beck, Μόναχο

Πηγή: Tagesspiegel
Μετάφραση: tvxs.gr

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top