Στην ανακοίνωση της Συνόδου Κορυφής της ευρωζώνης για την ελληνική κρίση (12.7.2015) αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Οι ελληνικές Αρχές (…) θα πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα, υπό την αιγίδα της Κομισιόν, για την ενίσχυση της ικανότητας και την αποπολιτικοποίηση της διοίκησης».

Η φράση αυτή είναι αξιοπρόσεκτη. Γιατί; Πρώτον, διότι οι δανειστές δεν υπαγορεύουν μόνο οικονομικούς όρους αλλά υπεισέρχονται και στον τρόπο λειτουργίας της κρατικής μηχανής – στον πυρήνα, δηλαδή, μιας αυτοκυβερνώμενης πολιτείας. Δεύτερον, διότι εμμέσως υποδηλώνεται το χάσμα νεωτερικότητας και η διαφορά ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης. Ο δανειστής δεν δανείζει μόνο χρήματα αλλά επιβάλλει στον οφειλέτη και αλλαγή νοοτροπίας. Η δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης θα μιμηθεί τις θεσμικές πρακτικές του δανειστή. Εν προκειμένω, ισχυρό και ακομμάτιστο κράτος.

Αυτή η απαίτηση αναδεικνύει τον εθνικό μας αναχρονισμό: επί δύο αιώνες η ορθολογική διοίκηση παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Κράτος αποκτήσαμε, σύγχρονη χώρα δεν γίναμε! Το 1947 ο Πόρτερ, απεσταλμένος του προέδρου Τρούμαν στην Ελλάδα, έγραψε απερίφραστα σε υπηρεσιακή έκθεσή του: «Εδώ δεν υφίσταται κράτος σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα». Ολες οι μεταπολεμικές εκθέσεις για την ελληνική διοίκηση κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα, αν και πιο κομψά διατυπωμένα. Θεωρητικά τα ελληνικά κόμματα λίγο-πολύ αποδέχονται αυτό που αποτελεί κοινό τόπο στον ανεπτυγμένο κόσμο: η επαγγελματική, ορθολογική και ανεξάρτητη διοίκηση είναι απαραίτητος όρος για αποτελεσματική διακυβέρνηση. Το σκεπτικό είναι απλό: η κομματική κηδεμονία στρεβλώνει το πλέγμα κινήτρων-κυρώσεων σε έναν οργανισμό, αδυνατίζει τη θεσμική μνήμη και εισάγει εξωγενή προς τη διοίκηση κριτήρια λειτουργίας. Οταν επικρατεί ο κομματισμός, η διοίκηση αποσυντίθεται, η ποιότητα των συλλογικών αγαθών πέφτει.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα κόμματα εξουσίας υπόσχονται ριζικές αλλαγές στη διοίκηση. Ο Καραμανλής έκανε σημαία την «επανίδρυση του κράτους». Ο Παπανδρέου το «open gov». Ο Σαμαράς τις «μεταρρυθμίσεις». Ο Τσίπρας δεσμεύθηκε τον Ιανουάριο του 2015 να στελεχώσει «τα γραφεία υπουργών, γενικών γραμματέων και διοικητών από τις τάξεις των δημοσίων υπαλλήλων».

Τι από αυτά έγινε; Τίποτα ως ελάχιστα. Το ελληνικό κράτος εξακολουθεί εν πολλοίς να στελεχώνεται από προσωπικούς, οικογενειακούς ή κομματικούς ημετέρους! Αν και διαφορετικά κόμματα εναλλάσσονται στην εξουσία, οι θεσμοποιημένες ανορθολογικές πρακτικές παραμένουν. Ακόμη και σήμερα, με μια υποτίθεται ριζοσπαστική κυβέρνηση, γενικοί γραμματείς υπουργείων διορίστηκαν κυρίως κομματικά στελέχη ή πολιτευτές. Ηγετικές θέσεις οργανισμών δεν τίθενται σε δημόσια προκήρυξη. Διοικητής λ.χ. του μεγαλύτερου ασφαλιστικού οργανισμού της χώρας (ΙΚΑ) επελέγη ένας πρώην συνδικαλιστής -ευρωβουλευτής, ενώ τη μεγαλύτερη επιχείρηση των Βαλκανίων (ΔΕΗ) διοικεί ένας πρώην συνδικαλιστής της! Σχεδόν όλοι οι επιλεγέντες περιφερειακοί διευθυντές εκπαίδευσης είναι στελέχη, συνδικαλιστές ή πολιτευτές του ΣΥΡΙΖΑ. Ο υπουργός Υγείας κ. Κουρουμπλής χαρακτήρισε τους διοικητές νοσοκομείων «πολιτικά πρόσωπα» επιδιώκοντας τη δαπανηρή αντικατάστασή τους.

Δεν ωφελεί να συνεχίσω. Η εικόνα είναι σαφής και καταθλιπτικά παρόμοια με αυτήν του παρελθόντος. Μόνο το πρόσημο του κομματισμού διαφέρει. Οι βαθιές δομές του δημόσιου βίου έχουν φρακταλική δομή – αναπαράγονται σε διαφορετικές κλίμακες και περιόδους. Παραδόξως η θεσμική ακινησία συντηρείται από την πολιτική αλλαγή. Ολα αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν!

Η ελληνική πολιτική ελίτ πάσχει από «ακρασία» – ξέρει τι πρέπει να κάνει αλλά, δέσμια των φαύλων εθισμών της, δεν έχει τη δύναμη να το κάνει. Εκλογικεύει την υποκριτική στάση της υιοθετώντας την αντίληψη ότι το κράτος αντανακλά πολιτικούς συσχετισμούς, οπότε αμιγώς διοικητικές θέσεις θεωρούνται πολιτικές. Δυσκολεύονται να διακρίνουν την πολιτική εποπτεία από την επαγγελματική διοίκηση. Δείτε πόσο εύστοχα ένα έγκριτο επιστημονικό σωματείο θυμίζει τα αυτονόητα. Σε επιστολή της στον κ. Κουρουμπλή η Ελληνική Εταιρεία Μάνατζμεντ Υπηρεσιών Υγείας επισημαίνει: «Οι θέσεις των νοσοκομειακών διοικητών δεν είναι πολιτικές. Αντιθέτως, είναι αμιγώς επαγγελματικές και τεχνοκρατικές. Οι διοικητές δεν παράγουν και δεν ασκούν πολιτική. Εργο τους είναι να υλοποιούν κατά τον αποτελεσματικότερο και επιστημονικά δόκιμο τρόπο την πολιτική υγείας της εκάστοτε κυβέρνησης». Τα ίδια περίπου είχε επισημάνει και στην κυβέρνηση Σαμαρά. Οι δανειστές πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση να αλλάξει ο νόμος για τον διορισμό των διοικητών νοσοκομείων ώστε να αποπολιτικοποιηθεί η επιλογή τους. Μακάρι να επεκτείνουν το εύρος των απαιτήσεών τους: όλες οι ηγετικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού πρέπει να αποπολιτικοποιηθούν. Μεταφέροντας τεχνογνωσία προηγμένων χωρών, γνωρίζουν καλά ότι μόνο η αμιγώς επαγγελματική διοίκηση διασφαλίζει τη συστηματικά ορθολογική διαχείριση πόρων.

Οσες όμως νομοθετικές αλλαγές κι αν γίνουν, το ελληνικό habitus δεν θα σπάσει αν δεν δημιουργηθεί ενδογενώς η επιθυμία για αυθεντική αλλαγή. Πρόκειται για κολοσσιαία αλλαγή «παραδείγματος». Η διεθνής επιτήρηση περιορίζει τη δύναμη αρνησικυρίας σημαντικών εγχώριων συμφερόντων, αλλά δεν αρκεί. Ο μετασχηματισμός ενός μετα-οθωμανικού σε σύγχρονο κράτος απαιτεί μια κρίσιμη μάζα εγχώριων μεταρρυθμιστών με πείσμα, αξιοπιστία και κύρος. Η ιστορία δείχνει ότι δεν επαρκεί η πίεση των δανειστών. Το σύστημα τείνει να επανέρχεται στην παραδοσιακή του ισορροπία. Απαιτείται ενεργός ανασημασιοδότηση κρίσιμων εννοιών στην πολιτική μας κοινότητα (π.χ., «αξιοκρατία», «αξιολόγηση» κ.ά.) η οποία θα εδράζεται σε νέες πρακτικές – σε έμπρακτες δεσμεύσεις – που σηματοδοτούν την απαρχή ενός νέου «παραδείγματος».

Θα πιστέψω ότι αποκτήσαμε μια αυθεντικά μεταρρυθμιστική κυβέρνηση όταν δω τον πρωθυπουργό να περιορίζει αυτοβούλως την εξουσία του, να σέβεται την επετηρίδα και την αξιοκρατία στη Δικαιοσύνη, να διορίζει γενικούς γραμματείς στελέχη της διοίκησης, να προκηρύσσει τις ηγετικές θέσεις δημοσίων οργανισμών και να μη θεωρεί τους διοικητές νοσοκομείων ή τους προϊσταμένους εκπαίδευσης «πολιτικά πρόσωπα». Επειδή αυτή η αλλαγή «παραδείγματος» είναι απίθανο να προκύψει ενδογενώς, οι πιέσεις των δανειστών είναι η κύρια ελπίδα όσων οραματίζονται την Ελλάδα μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.

κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας, καθηγητής στα πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top