Για κάθε 100 € δάνειο που εγκρίνει μία τράπεζα, απαιτείται εγγύηση μόλις 1 € στην ΕΚΤ – οπότε, εάν υπολογίσει κανείς το επιτόκιο στα πραγματικά χρήματα που διαθέτει μία τράπεζα της Ευρωζώνης, θα διαπιστώσει πως υπερβαίνει το 500% ετήσια

Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο άρθρο (Στη διελκυστίνδα Η.Π.Α. και Κίνας), από το 2005 μέχρι σήμερα, η ποσότητα χρήματος στις Η.Π.Α. αυξανόταν ετήσια κατά το γιγαντιαίο ποσοστό των 17,8% (μέσος όρος) – ενώ οι τιμές καταναλωτή μόλις κατά 1,9%.

Το γεγονός αυτό οφείλεται προφανώς στην υιοθέτηση των πακέτων ποσοτικής διευκόλυνσης (QE) εκ μέρους της Fed, μέσω των οποίων διαστρεβλώθηκε εντελώς η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς – με τον πληθωρισμό να μεταφέρεται στις αγορές των παγίων περιουσιακών στοιχείων, όπως είναι οι μετοχές και τα ακίνητα.

H Fed κατάφερε το συγκεκριμένο «άθλο», ο οποίος όμως ίσως τελικά καταστρέψει το χρηματοπιστωτικό σύστημα, μέσω της ψήφισης ενός νόμου το 2008 – ο οποίος της επέτρεπε να πληρώνει τόκους, έναντι καταθέσεων ενός συγκεκριμένου ύψους.

Ως αποτέλεσμα αυτού του νόμου, οι εμπορικές τράπεζες μπορούν πλέον να πουλούν στη Fed ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, καθώς επίσης μακροπρόθεσμα έντοκα δάνεια – αυξάνοντας τις καταθέσεις τους σε αυτήν, έναντι ενός χαμηλού επιτοκίου.

Τα πακέτα ποσοτικής διευκόλυνσης

Μέσω του συγκεκριμένου νόμου, έγινε πλέον δυνατή για τη Fed η μαζική αγορά μακροπρόθεσμων χρεογράφων το 2010 (QE), καθώς επίσης τα επόμενα έτη – μία διαδικασία που ναι μεν δεν έχει επαναληφθεί μετά το τρίτο πακέτο, χωρίς όμως να έχει συμβεί το αντίθετο, όπως όφειλε να κάνει η κεντρική τράπεζα («αναρρόφηση» της υπερβάλλουσας ρευστότητας).

Για να ερμηνεύσει τώρα κανείς την τεράστια αυτή αλλαγή, θα πρέπει να αναφερθεί στη «σχέση ανταλλαγής» μεταξύ της ποσότητας χρήματος, καθώς επίσης της υποτίμησης του νομίσματος – οπότε θα πρέπει να αναλύσει την διαφοροποίηση της λειτουργίας των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών στην κεντρική (Fed).

Ειδικότερα, όταν μία εμπορική τράπεζα εγκρίνει ένα δάνειο, δημιουργεί χρήματα για τον δανειολήπτη – ο οποίος μπορεί να τα αποσύρει για να αγοράσει αυτά που θέλει. Η διαδικασία αυτή οδηγεί συνήθως στη μεταφορά των χρημάτων από την τράπεζα που τα δημιούργησε, σε μία άλλη.

Περαιτέρω, οι εμπορικές τράπεζες είναι νομικά υποχρεωμένες να διατηρούν εγγυήσεις (καταθέσεις) στην κεντρική τους τράπεζα, σε μία αναλογία με τα δάνεια που εγκρίνουν (1% στην ΕΚΤ, 10% στη Fed κοκ.).

Αυτό σημαίνει πως για κάθε 100 € δάνειο που εγκρίνει μία τράπεζα της Ευρωζώνης, απαιτείται εγγύηση μόλις 1 € στην ΕΚΤ ή 10 $ στη Fed – οπότε, εάν υπολογίσει κανείς το επιτόκιο χορηγήσεων στα πραγματικά χρήματα που διαθέτει μία τράπεζα της Ευρωζώνης (στα 100 € δηλαδή 1 €), τότε θα διαπιστώσει πως είναι κάτι περισσότερο από τοκογλυφικό (άνω του 500% ετησίως).

Συνεχίζοντας, εάν οι καταθέσεις μίας εμπορικής τράπεζας στην κεντρική είναι υψηλές, τότε μπορεί να παρέχει μεγαλύτερα δάνεια – οπότε οι δανειολήπτες έχουν τη δυνατότητα να δαπανούν περισσότερα χρήματα, για να καταναλώνουν ή για να επενδύουν.

Αυτά τα επί πλέον χρήματα οδηγούν εύλογα σε αυξημένη απασχόληση (μείωση της ανεργίας), σε μεγαλύτερη χρήση του παραγωγικού εξοπλισμού των επιχειρήσεων (εκμετάλλευση της παραγωγικής δυναμικότητας), καθώς επίσης σε μία ανοδική πορεία των μισθών και των τιμών – όλα τα παραπάνω, λόγω της κλιμακούμενης ζήτησης.

Πριν από μερικά χρόνια λοιπόν οι συνθήκες ήταν τέτοιες, ώστε η Fed να διενεργεί τις ονομαζόμενες «πράξεις ανοικτής αγοράς» (open market operation), για να αυξάνει τις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών στην ίδια – οπότε να έχουν περισσότερα δανειακά χρήματα στη διάθεση τους. Με απλά λόγια, αγόραζε από τις τράπεζες τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου που είχαν στην ιδιοκτησία τους – γεγονός που σημαίνει ότι, οι εμπορικές τράπεζες αντάλλασσαν τα κρατικά χαρτιά σταθερού επιτοκίου, έναντι αντίστοιχων καταθέσεων στη Fed, οι οποίες ήταν άτοκες.

Η «ανταλλαγή» αυτή είχε τότε μόνο νόημα για τις εμπορικές τράπεζες, εάν μπορούσαν να δανείζουν τα χρήματα αυτά (με υψηλότερο προφανώς επιτόκιο) στους πελάτες τους – στηριζόμενες στις εγγυητικές καταθέσεις τους στη Fed. Εάν τυχόν δε κάποια τράπεζα δεν τα χρειαζόταν ή δεν είχε καμία δυνατότητα να τα δανείσει στους πελάτες της, τότε μπορούσε να τα δανείζει σε μία άλλη τράπεζα – έναντι τόκων, με το επιτόκιο της Fed για τα ονομαζόμενα «διατραπεζικά δάνεια».

Επειδή ακριβώς υπήρχε αυτή η δυνατότητα, σχεδόν όλες οι καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών στη Fedχρησιμοποιούνταν για την παροχή δανείων στην πραγματική οικονομία – με αποτέλεσμα την εξ αυτών άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης των Η.Π.Α. (αντίστοιχα σε άλλες χώρες).

Όπως αναφέραμε όμως στην αρχή του κειμένου, ο νέος νόμος που ψηφίσθηκε το 2008, ο οποίος επέτρεπε στη Fed να πληρώνει τόκους στις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών, άλλαξε ριζικά την παραπάνω διαδικασία – αφού έκτοτε οι εμπορικές τράπεζες μπορούν να αφήνουν τα χρήματα τους στην κεντρική, οπότε να μην είναι υποχρεωμένες να τα δανείζουν στους πελάτες τους ή σε άλλες τράπεζες, εισπράττοντας έναν χαμηλό μεν, αλλά σίγουρο τόκο.

Αυτό ακριβώς επέτρεψε στη Fed το 2010 να ξεκινήσει τις μαζικές, μηνιαίες αγορές μακροπρόθεσμων έντοκων χρεογράφων, καθώς επίσης ενυπόθηκων τίτλων – ενώ, μέσω της ονομαζόμενης «ποσοτικής χαλάρωσης» (QE), κατάφερε η αμερικανική κεντρική τράπεζα να μειώσει άμεσα τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δανεισμού.

Η διαδικασία αυτή δε οδήγησε στην άνοδο των χρηματιστηριακών δεικτών, καθώς επίσης των ακινήτων – οπότε οι αμερικανοί, λόγω της αύξησης των εισοδημάτων τους από τα παραπάνω, δαπανούσαν περισσότερα χρήματα (αύξηση της κατανάλωσης κατά 25%, έναντι ανόδου των μισθών της τάξης του 4% – γράφημα), ενώ παράλληλα αναθερμάνθηκε ο κλάδος των κατασκευών και οι επενδύσεις των επιχειρήσεων αυξήθηκαν.


Εν τούτοις, η επίδραση της αύξησης των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών στη Fed, η οποία νομοτελειακά προκαλεί την άνοδο των δανείων, οπότε την κλιμάκωση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, ήταν πολύ πιο αδύναμη, συγκριτικά με το παρελθόν.

Ειδικότερα, η ποσότητα των αξιόγραφων που κατέληξαν στην ιδιοκτησία της κεντρικής τράπεζας των Η.Π.Α. αυξήθηκε από 1 τρις $ το 2007, στα περίπου 4,5 τρις $ σήμερα (γράφημα) – σε ένα πραγματικά ιλιγγιώδες ποσόν, μέσω του οποίου, σε προηγούμενες εποχές, θα είχε εκτοξευθεί στα ύψη ο δανεισμός, οπότε θα είχε κυριολεκτικά απογειωθεί η πραγματική οικονομία.


Σε πλήρη αντίθεση όμως με το παρελθόν, οι επί πλέον καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών «λιμνάζουν» στα βιβλία της Fed – ως παρενέργεια της στρατηγικής (QE), μέσω της οποίας επιδιώχθηκε η μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, καθώς επίσης η αύξηση των περιουσιακών στοιχείων των ιδιωτών (έτσι ώστε να αντισταθμισθεί η πολύ μικρότερη κλιμάκωση των πραγματικών εισοδημάτων τους, η αύξηση των οποίων θα προκαλούσε πληθωρισμό – οπότε την άνοδο των επιτοκίων, τον περιορισμό του ρυθμού ανάπτυξης κοκ.).

Ένα μεγάλο μέρος βέβαια των επί πλέον δανείων έχει ληφθεί από το πλουσιότερο 1% της χώρας, με στόχο τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στα χρηματιστήρια ή στην αγορά ακινήτων – με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πολύ μεγάλες φούσκες, μέσω των οποίων προκαλείται ουσιαστικά η αναδιανομή των εισοδημάτων από τα κάτω (99%) προς τα πάνω (1%).

Εύλογα λοιπόν θεωρείται πως προκλήθηκε μεν πληθωρισμός, αυτή τη φορά όμως στα πάγια περιουσιακά στοιχεία – προς όφελος των πλουσίων και εις βάρος των φτωχών. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν ελάχιστα – αφού ο δομικός πληθωρισμός, αυτός δηλαδή χωρίς τις τιμές των καυσίμων, καθώς επίσης των τροφίμων, διαμορφώθηκε στο μηδαμινό 1,8%.

Ενδείξεις πληθωρισμού

Περαιτέρω, η επί πλέον ποσότητα χρήματος που τελικά κατευθύνθηκε στην αγορά, άρχισε σήμερα να προκαλεί την αύξηση τόσο των τιμών, όσο και των μισθών. Εάν η τάση αυτή συνεχισθεί, τότε η Fed θα αναγκασθεί να αυξήσει τα βασικά επιτόκια για να εμποδίσει την έκρηξη του πληθωρισμού – γεγονός που όμως θα έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της ισοτιμίας του δολαρίου.

Επομένως, την εκτόξευση των ήδη μεγάλων ελλειμμάτων του εμπορικού ισοζυγίου της υπερδύναμης (γράφημα), τη μείωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, τη ραγδαία πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών, καθώς επίσης των τιμών της ακίνητης περιουσίας, την αύξηση των επιβαρύνσεων (τόκοι) των υπερδανεισμένων νοικοκυρών κοκ.


Τυχόν αύξηση των αμερικανικών βασικών επιτοκίων βέβαια θα είχε τεράστιες επιπτώσεις στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, στις οποίες μαίνεται ο νομισματικός πόλεμος – επομένως, σε ολόκληρο τον πλανήτη, στις χώρες που έχουν συνδέσει το νόμισμα τους με το δολάριο, οπότε είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τη νομισματική πολιτική της Fed κοκ.

Μία επόμενη παρενέργεια θα μπορούσε να είναι η εκρηκτική άνοδος των επιτοκίων δανεισμού της υπερχρεωμένης υπερδύναμης (δημόσιο χρέος άνω των 18 τρις $) – η οποία φυσικά θα εκτόξευε τα ελλείμματα του προϋπολογισμού στα ύψη.

Επίλογος

Επειδή δεν αύξησε μόνο η αμερικανική κεντρική τράπεζα την ποσότητα χρήματος, αλλά οι περισσότερες στον πλανήτη, υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα χρήματα – τα οποία όμως δεν έχουν κατευθυνθεί στην πραγματική οικονομία, έχοντας διογκώσει υπερβολικά μόνο τις χρηματοπιστωτικές φούσκες.

Παράλληλα, η ταχύτητα κυκλοφορίας των χρημάτων παγκοσμίως, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η συχνότητα δηλαδή με την οποία αλλάζουν χέρια τα χρήματα, είναι αυτή τη στιγμή στο χαμηλότερο σημείο της – αφού πολλά χρήματα μένουν αχρησιμοποίητα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ κανένας δεν έχει τη διάθεση να αυξήσει τις δαπάνες του.

Αντίθετα, οι περισσότεροι προσπαθούν να εξοφλήσουν τα δάνεια τους (ύφεση ισολογισμών), μη έχοντας ακόμη συνέλθει από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – πόσο μάλλον όταν πολλές χώρες δυσκολεύονται πλέον να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους. Εύλογα λοιπόν ο πλανήτης αντιμετωπίζει το φάντασμα του αποπληθωρισμού – μία τάση που ενισχύεται αφενός μεν από τις χαμηλές τιμές της ενέργειας, αφετέρου από την ύφεση που εξάγει η Κίνα.

Εάν τώρα κάποια στιγμή αυτοί που έχουν χρήματα φοβηθούν πως θα μειωθεί ραγδαία η αγοραστική τους αξία, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας θα αυξηθεί κατακόρυφα – ενώ, εάν ταυτόχρονα αρχίσουν να αυξάνονται οι τιμές πληθωριστικά, τότε η ταχύτητα κυκλοφορίας θα κορυφωθεί. Αμέσως μετά θα ακολουθούσε μία μαζική «απόδραση» από τα «χωρίς αντίκρισμα χρήματα» (Fiat money), με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ίσως βέβαια όλα αυτά να ακούγονται υπερβολικά, σε μία εποχή που αυξάνονται συνεχώς οι φόβοι του αποπληθωρισμού – της εκ διαμέτρου αντίθετης κατάστασης από τον υψηλό πληθωρισμό.

Εάν όμως συνεχίσουν να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον αποπληθωρισμό οι κεντρικές τράπεζες με την ίδια μέθοδο, πλημμυρίζοντας με νέα χρήματα τις παγκόσμιες αγορές, ο υπερπληθωρισμός θα είναι νομοτελειακός – πόσο μάλλον όταν όλοι γνωρίζουν πως εμφανίζεται απότομα, όταν κανείς δεν τον περιμένει, ενώ μπορεί να καταστρέψει σε χρόνο μηδέν τη χώρα, στην οποία «εισβάλλει».

Άρης Οικονόμου, Senior Analyst (finance & markets)

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top