Ολα τα σουπερμάρκετ και οι διεθνείς παραγωγοί αποκηρύσσουν τη δουλεία, αλλά αυτή αποτελεί τη βάση της σύγχρονης παγκόσμιας κερδοφόρας αλυσίδας διατροφής. Τα περισσότερα προϊόντα με τις δελεαστικές τιμές, που κατακλύζουν τα νοικοκυριά ανά τον κόσμο, στηρίζονται στην ακραία εκμετάλλευση εκατομμυρίων ευάλωτων ανθρώπων.

Γράφει η Ελλη Πάνου

Στο δεύτερο μέρος αυτού του αφιερώματος θα δούμε τις συνθήκες σκλαβιάς στα θερμοκήπια της Ισπανίας, όπου παράγονται τα φρέσκα τρόφιμα που διατίθενται από τις ευρωπαϊκές αγορές, αλλά και στις φυτείες φοίνικα της Μαλαισίας, όπου γίνεται η συγκομιδή του καρπού και η επεξεργασία του στη συνέχεια, για την εξαγωγή του φοινικέλαιου, που περιέχεται στα περισσότερα προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης

Ισπανία: Η εκμετάλλευση φυτρώνει στα θερμοκήπια

Κοιτάζοντας από μακριά, βλέπει κανείς μία απέραντη έκταση με θερμοκήπια. Μια περιήγηση στα ενδότερα, ωστόσο, αποκαλύπτει την τρομακτική πραγματικότητα της δουλείας… | Channel 4

Στις νότιες ακτές της Ισπανίας, ανάμεσα στα δημοφιλή τουριστικά θέρετρα, στην επαρχία της Αλμερία, βρίσκεται μια «θάλασσα από πλαστικό» (Mar de plástico), την οποία μοιράζονται εννέα δήμοι με 218.420 μόνιμους κατοίκους και δεκάδες χιλιάδες «φαντάσματα».

Εκεί βρίσκονται τα μεγαλύτερα θερμοκήπια της χώρας.

Σαράντα χιλιάδες παραγωγοί καλλιεργούν εκεί τις σοδειές τους. Και υπολογίζεται ότι απασχολούν πάνω από 100.000 εργάτες -στη μεγάλη τους πλειονότητα μετανάστες χωρίς χαρτιά- για λογαριασμό διαφόρων εταιρειών, που παράγουν τρία εκατομμύρια τόνους φρούτων και λαχανικών κάθε χρόνο, τα οποία εξάγουν στα σουπερμάρκετ και τις αγορές της Βρετανίας και της βόρειας Ευρώπης.

Κυρίως προέρχονται από το Μαρόκο, τη Σενεγάλη, το Μάλι, την υποσαχάρια και τη βόρεια Αφρική. Ολοι έφθασαν εκεί, πληρώνοντας με το αίμα τους τους δουλέμπορους και διακινδυνεύοντας τη ζωή τους.

Τώρα αργοπεθαίνουν κάτω από τα χιλιόμετρα αυτά του πλαστικού. Μερικοί ζουν εκεί. Τη νύχτα, όταν κλείνουν οι πόρτες ασφαλείας, τους κλειδώνουν μέσα.

Τα χαμόσπιτα που στεγάζουν τους «σκλάβους» της Αλμερία |GUARDIAN

Αλλοι, παγιδευμένοι χωρίς καθόλου χρήματα, χωρίς δουλειά και με προβλήματα υγείας, δεν μπορούν να ζήσουν, αλλά δεν μπορούν και να φύγουν.

Οπως κατέγραψε και πρόσφατο ρεπορτάζ του βρετανικού Channel 4, στο Ελ Εχίντο, τα «σπίτια» είναι φτιαγμένα από κομμάτια ξύλων, με «τοίχους» και «ταβάνι» από πλαστικό. «Ζούμε σαν ζώα», είπαν στη Βρετανίδα δημοσιογράφο, Σιομπάν Κένεντι, δυο γυναίκες -η μία από τη Σενεγάλη, η άλλη από το Μαρόκο. «Δεν έχουμε δουλειά. Δεν έχουμε χρήματα. Εχουμε να δούμε τα παιδιά μας εννιά χρόνια».

Δουλεύοντας για ψίχουλα


Οσοι έχουν δουλειά, οι «τυχεροί», βγαίνουν άρρωστοι, με ψίχουλα στην τσέπη από τα θερμοκήπια.
«Για να φθάσουν αυτά τα κολοκυθάκια στη Βρετανία, κάποιοι έχουν υποφέρει πάρα πολύ», λέει στη δημοσιογράφο με καλυμμένο το πρόσωπο του ο «Γιουσέφ». Είναι εργάτης για μια εταιρεία που εισάγει λαχανικά από το Ελ Εχίντο στη Βρετανία.

«Το ντόπιο αφεντικό ρίχνει φυτοφάρμακα όταν δουλεύουμε. Οποιος δεν θέλει να δουλέψει με τα φυτοφάρμακα και το δηλητήριο, το όνομά του μπαίνει σε μαύρη λίστα. Εχουμε τουαλέτες μόνο όταν έρχονται επιθεωρητές από τη Βρετανία. Τότε έχουμε χαρτί τουαλέτας, έχουμε νερό, έχουμε σαπούνι, έχουμε απ’ όλα. Οταν η επιθεώρηση όμως τελειώσει, τότε έρχεται κάποιος και τα παίρνει όλα πίσω -μέχρι την επόμενη επίσκεψη».

Υπάρχουν παραγωγοί που δεν αρνούνται το πρόβλημα. «Παραδέχομαι ότι είναι πολύ κακές οι συνθήκες για τους ανθρώπους που δουλεύουν εδώ», είπε ο Χοσέ Αντόνιο Ολίβα, παραγωγός πιπεριάς. «Είναι περισσότερες οι ώρες δουλειάς, λίγα τα λεφτά και δεν υπάρχουν συμβάσεις. Δεν γίνονται επιθεωρήσεις και η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Ολοι γνωρίζουν τι γίνεται».
Η παραγωγή φρέσκων λαχανικών στην Αλμερία καλύπτει τη ζήτηση στη Βρετανία όλο τον χρόνο. Πρόκειται για ένα εμπόριο που συνεισφέρει τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ τον χρόνο στην ισπανική οικονομία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του 2011.

Σχεδόν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής της βόρειας Ευρώπης από εκεί προμηθεύονται τα φρέσκα προϊόντα τους, όταν η δική τους σεζόν έχει τελειώσει. Τα αγοράζουν σε δημοπρασίες από συνεταιρισμούς, στους οποίους ανήκουν οι παραγωγοί.

Κι όλα αυτά χάρη στους μετανάστες. Τα θερμοκήπια χρειάζονταν μια μεγάλη δεξαμενή φθηνών, πολύ φθηνών εργατικών χεριών, μια δεξαμενή που να μπορεί να «γεμίζει» και να «αδειάζει» μέσα σε μια ημέρα, ανάλογα με τις ανάγκες.

Η δουλειά δεν είναι σταθερή, είναι πολύ επίπονη και με τις θερμοκρασίες να φθάνουν τους 40-45 βαθμούς κάτω από το πλαστικό, δεν είναι καθόλου ελκυστική για τους ντόπιους.

Γι’ αυτό και απορρόφησε δεκάδες χιλιάδες ταλαίπωρους, στην αρχή από το Μαρόκο και με τα χρόνια και από την υπόλοιπη Αφρική.

Απαγορεύονται τα παράπονα

Το 2011 η Guardian κατέγραψε σε μια άλλη συγκλονιστική έρευνα τις ίδιες ακριβώς εικόνες: αθλιότητα, εκμετάλλευση μέχρι την τελευταία σταγόνα ιδρώτα και αγωνίας, κοροϊδία και κρυφό ρατσισμό.

Δάσκαλος Γερμανικών και Γαλλικών από τη Σενεγάλη, ο Σερίφ μεγαλώνει δύο παιδιά στην Ισπανία μαζεύοντας ντομάτες λίγες ημέρες τον μήνα. Οι παραγωγοί, είπε στην εφημερίδα, δείχνουν ευτυχείς που έχουν στη δούλεψη τους σκλάβους.

«Πρέπει να κρατάς το στόμα σου κλειστό και να μην παραπονιέσαι για τις συνθήκες δουλειάς. Κάνει πάρα πολύ ζέστη, δεν υπάρχει νερό να πιεις και η μέση σου σπάει. Με πληρώνουν 20-25 ευρώ την ημέρα και δεν μπορώ να νιώσω πουθενά ελεύθερος. Η αστυνομία με παρακολουθεί εάν βρεθώ σε μέρη που “δεν επιτρέπεται”».

Οι αγρότες υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες αλυσίδες φταίνε που δεν τους έχουν αφήσει κανένα περιθώριο κέρδους και επιβίωσης, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω, την ώρα που έχει αυξηθεί δραματικά το κόστος των καυσίμων και των λιπασμάτων. Επομένως, λένε, δεν είχαν και δεν έχουν άλλη επιλογή από το μειώσουν το μόνο πράγμα που ελέγχουν στην παραγωγή τους: την αμοιβή των εργατών τους.

Και βεβαίως το φαινόμενο δεν περιορίζεται στα θερμοκήπια της Αλμερία. Και στην περιοχή της Χαέν, με τις ελιές, ο πληθυσμός μια φορά τον χρόνο τουλάχιστον διπλασιάζεται.

Μόνο που οι νεοφερμένοι κοιμούνται νηστικοί τα βράδια στους δρόμους ή στα ερειπωμένα αγροτόσπιτα της επαρχίας, χωρίς νερό και ηλεκτρικό. Το ισπανικό λάδι, όμως, είναι από τα κορυφαία στην Ευρώπη…

Για τον Σπίτου Μέντι -που κάποτε ήταν κι αυτός κυνηγημένος μετανάστης από τη Σενεγάλη, πριν κερδίσει την υπηκοότητά του- άλλο πράγμα οι μειωμένες αμοιβές κι άλλο οι εξευτελιστικές αμοιβές, οι συνθήκες δουλείας και εκμετάλλευσης και ο ρατσισμός:

«Δεν θα δεις τους γιους της Ισπανίας σε αυτά τα θερμοκήπια. Μόνο τους μαύρους και εργάτες από τις πρώην αποικίες. Οι αγρότες θέλουν μόνο ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, που τους κοστίζει απολύτως τίποτα. Ο μόνος κερδισμένος είναι η αγροτική βιομηχανία. Και δολοφονείται έτσι ο ανθρωπισμός. Αυτή είναι σκλαβιά στην Ευρώπη. Στην πόρτα της Ευρώπης ζει και βασιλεύει η δουλεία σαν να ζούμε στον 16ο αιώνα… Υπάρχει μια συνωμοσία σιωπής. Ολοι γνωρίζουν ότι υπάρχει αυτό το σύστημα, αυτός ο ατίθασος ανεξέλεγκτος νεοφιλελευθερισμός. Αλλά ο κόσμος, η κοινωνία κλείνουν τα αυτιά τους».

Μαλαισία: «Μας αγοράζουν και μας πουλάνε σαν να είμαστε ζώα»

Ο κάθε καρπός του φοίνικα ζυγίζει από 25 έως 50 κιλά | EPA/DEDI SAHPUTRA

Τουλάχιστον ένα στα 10 προϊόντα που συναντάμε στα ράφια των σούπερ μάρκετ της Ευρώπης περιέχει φοινικέλαιο: μπισκότα, σοκολάτες, κέικ, πατατάκια, παγωτά, μαργαρίνες, μαγιονέζες, αλλά και καλλυντικά, σαπούνια και απορρυπαντικά.

Για να φτάσει σε μας το φοινικέλαιο ένας στρατός από μετανάστες μοχθούν μέσα σε αφόρητη ζέστη, σε φυτείες στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και τη νοτιοανατολική Ασία, για να κόψουν τους καρπούς από τα δένδρα και μετά να τους φορτώσουν στα φορτηγά που θα τους μεταφέρουν στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας.

Σε πρόσφατη έρευνά της στη Μαλαισία η «Wall Street Journal» (WSJ) αποκάλυψε πώς χτίζει τα κέρδη της η παγκόσμια αυτή ευημερούσα βιομηχανία των 30 δισ. δολαρίων.

Η Μαλαισία καλύπτει το 40% της παγκόσμιας παραγωγή, εξάγοντας φοινικέλαιο 12 δισ. δολαρίων ετησίως και χρειάζεται διαρκώς νέες φουρνιές φτηνών εργατικών χεριών για να τα καταφέρει.

Το Arakan Project, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που παρακολουθεί τις μεταναστευτικές κινήσεις στον Κόλπο της Βεγγάλης, υπολόγισε ότι 50.000 άνθρωποι έκαναν το επικίνδυνο ταξίδι στη Μαλαισία την τελευταία διετία, πολλοί εξ αυτών χάνοντας τη ζωή τους προσπαθώντας.

Ο 22χρονος Μοχάμετ Ρούμπελ έφτασε στη χώρα τον Δεκέμβριο, αφού ταξίδεψε επί τρεις εβδομάδες σε μια βάρκα με άλλους 200, χωρίς αρκετό νερό και τροφή.

Μετά πέρασε, υπό περιορισμό, μερικές εβδομάδες ακόμα στη ζούγκλα, μέχρι οι δουλέμποροι να αποσπάσουν λύτρα από την οικογένειά του στο Μπαγκλαντές. Είπε στην WSJ ότι είδε δεκάδες συνταξιδιώτες του να πεθαίνουν από την εξάντληση, τις αρρώστιες και τους ξυλοδαρμούς.

Η φυτεία όπου δουλεύει ελέγχεται από τη Felda Global Ventures, μια ημιαυτόνομη επιχείρηση που ιδρύθηκε από την κυβέρνηση της Μαλαισίας και είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς φοινικέλαιου, με πελάτη -μεταξύ άλλων- την αμερικανική Cargill Inc., η οποία μεταπουλά το προϊόν σε κολοσσούς όπως η Nestlé SA και η Procter & Gamble Co.

Η Felda λέει ότι το 85% των εργατών που απασχολεί είναι ξένοι, αλλά όλοι απολαμβάνουν τα βασικά εργατικά δικαιώματα και τον ελάχιστο μισθό που ορίζει ο νόμος.

Και εκεί όμως λειτουργεί το γνωστό γαϊτανάκι, που εξυπηρετεί την κερδοφορία όλων, πλην των μεταναστών.

Φτηνά χέρια


Τον Ρούμπελ, για παράδειγμα, έχει «προσλάβει» ένας εργολάβος που προμηθεύει τη Felda με εργατικά χέρια.

Ο εργολάβος, λοιπόν, εκμεταλλεύεται τον μετανάστη και η Felda απλώς επωφελείται από την αδιάκοπη δουλειά του, έχοντας την πολυτέλεια να δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τα εγκλήματα που διαπράττονται στις φυτείες της.

Πώς γίνεται αυτό;

Η εταιρεία λέει ότι σύμφωνα με τον νόμο ο εργάτης πρέπει να δουλεύει 26 ημέρες τον μήνα για να δικαιούται τον κατώτατο μισθό, που στη Μαλαισία είναι περίπου 240 δολάρια τον μήνα. Επομένως εάν ο εργοδότης δεν απασχολήσει τον εργάτη 26 ημέρες, δεν υποχρεώνεται από τον νόμο να τον πληρώσει με την ελάχιστη αμοιβή. Απλό.

«Μας αγοράζουν και μας πουλάνε σαν ζώα» είπε ο νεαρός από το Μπαγκλαντές στην WSJ. Το ένα αφεντικό τον πουλάει στο άλλο αφεντικό και ο Ρούμπελ έχει αλλάξει μέσα σε έξι μήνες τρεις εργοδότες, αλλά δεν έχει εισπράξει φράγκο από κανέναν.

Ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας για τον Ρούμπελ ήταν ο «πράκτορας» στην πατρίδα του που του υποσχέθηκε άφθονο φαγητό και νερό στο ταξίδι, σταθερή δουλειά και καλή αμοιβή στις φυτείες, από την οποία θα έπρεπε να πληρώσει και την αμοιβή του ατζέντη, που έφτανε τα 2.000 δολάρια.
Μετά από τις συνεννοήσεις τον παρέδωσε στους ένοπλους δουλεμπόρους που τον έβαλαν στη βάρκα για το μαρτυρικό ταξίδι.

Τρεις εβδομάδες μετά έφτασαν στη νότια Ταϊλάνδη, τους μετέφεραν σε στρατόπεδα, όπου έμειναν πίσω από συρματοπλέγματα, ο ένας πάνω στον άλλον, μέχρι οι οικογένειές τους πίσω στην πατρίδα πληρώσουν λύτρα άλλα 2.500 δολάρια.

Μετά διέσχισαν τη ζούγκλα και πέρασαν στη Μαλαισία, όπου τους παρέλαβαν άλλοι μεσάζοντες, που ανέλαβαν να τους στείλουν στις φυτείες.

Τώρα όλοι ζουν σε καλύβες στο δάσος, μακριά από τα αστικά κέντρα, απόλυτα εξαρτώμενοι για τις προμήθειές τους από τους εργολάβους, οι οποίοι τους έχουν πάρει τα διαβατήριά τους και τους παρακρατούν τους μισθούς τους μέχρι να ξεπληρώσουν το «χρέος», ένα «χρέος» που πολλές φορές αντί να μειώνεται αυξάνεται, ανάλογα με τις διαθέσεις του «αφεντικού».

Οι δυτικές εταιρείες δηλώνουν άγνοια για το τι γίνεται στις φυτείες της Μαλαισίας, μερικές υπόσχονται να ερευνήσουν, αλλά εν τω μεταξύ οι βάρκες συνεχίζουν να φτάνουν φορτωμένες.
Στα μέσα Ιουνίου η ακτοφυλακή της Ταϊλάνδης είπε ότι εντόπισε αρκετές, η κάθε μία με περίπου 500 επιβάτες να πλέουν προς τη Μαλαισία.

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top