Στο πρωτοσελιδό της η εφημερίδα Βραδυνή φιλοξενούσε άρθρο στις 3 Δεκέμβρη 1923, υπογεγραμμένο από συντάκτη με ψευδώνυμο... Πρωτέας, το οποίο ανέπτυσσε την άποψή του για τους μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί, πρόχειρα φυσικά αφού δεν υπήρχε άλλος προς το παρόν τρόπος, στην Αθήνα.
 
Το άρθρο είχε τίτλο «Αφγανιστανούπολις», υποστηρίζοντας πως σε τέτοια είχαν μετατρέψει οι μικρασιάτες πρόσφυγες (που δεν θεωρούνταν από την κοινή γνώμη ως Έλληνες) την Αθήνα. Να σημειώσουμε πως οι άνθρωποι αυτοί, στους οποίους ο αρθρογράφος αναφέρεται τόσο απαξιωτικά, λέγοντας - ανάμεσα σε πολλά άλλα - πως δεν γνώριζαν από καλαισθησία για να την εφαρμόσουν ή πως "μεγαλοπιάστηκαν" και εκεί που είχαν για κατοικία ένα αγνωστο χωριό, τώρα θέλουν να ζήσουν και στην πόλη, αυτοί οι άνθρωποι ήταν κοσμοπολίτες έμποροι και ισχυρά μέλη της μικρασιάτικης κοινωνίας που έχασαν τις ζωές τους μέσα σε μία μέρα.

Οι Έλληνες εδώ... ήθελαν εκστρατεία στην Μ. Ασία. Ψήφισαν υπέρ της στο δημοψήφισμα. Αλλά όχι και να έρχονταν εδώ οι πρόσφυγες όταν χάσαμε! Ε όχι! Οι τουρκόσποροι με τους ναργιλέδες που μας φορτωθήκανε! Αυτή είναι η  α ν θ ρ ώ π ι ν η  πραγματικότητα. Αυτη ήταν τότε, αυτή είναι και σήμερα. Η φωτογραφία είναι μιας ακόμη "απολίτιστης" που κρατούσε σφιχτά τα μοναδικά της υπάρχοντα, το κινητό της τυλιγμένο σε μια σακούλα για να μη βραχεί και το πορτοφόλι της, καθώς το κύμα την ξέβραζε στα παράλια της Κους.

ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝΟΥΠΟΛΙΣ

H αρρυθμία δεν μας είνε σπανία αγάπη. Το εναντίον μάλιστα. Μας έγινε τα τελευταία χρόνια συχνοτέρα και από την λειψυδρίαν. Η πολυανθρωπία έφερε και την ασχημίαν μαζί της. Η παράγκα, η οποία το πολύ να ενεφανίζετο άλλοτε εις τα άκρα της πόλεως ευδοκιμεί εις τα κέντρα μας όσον ούτε η καμέλιες εις φιλανθή οίκον. Αν τουλάχιστον επρόκειτο περί κομψού παραπήγματος, περί απλουστάτου παραπήγματος εις μορφήν και σχήμα. Αλλά εις πόλιν η οποία δεν κατώρθωσε να αποκτήση ένα κομψόν καν παράπηγμα σταθμού τραμ, θα ήτο πολύ να ζητήσωμεν κομψότητα από τας πληθυνομένας παράγκας κατά τον πλέον ελεύθερον και ανεξέλεγκτον τρόπον. Πολλά είχομεν επιτύχει εις την πόλιν μας, αν και υπήρχον δι' αυτήν οι πλέον δυσμενέστεροι όροι. Και προ παντώς είχομεν πραγματοποιήσει κάποια τάξιν, ευπρέπειαν, ανθρωπισμόν. Κουρελόπανα δεν ενεφανίζοντο εις το κέντρον της πρωτευούσης, ούτε οι εμπορικοί δρόμοι της είχον όψιν εμποροπανηγύρεως. Ένα από τα αναρίθμητα κατορθώματα της μεγαλειώδους εκείνης εποχής, η οποία έκαμε την μεγάλην Ελλάδαν εντός των Αθηνών και του Πειραιώς, είνε και η εμποροπανηγυροποίησις των κέντρων της πρωτευούσης. Τζιεράκια τηγανίζονται εις αυτά, κωλόπανα κυματίζουν, σανιδώματα προχείρων ικριωμάτων τοποθετούνται εις τα καλλίτερά μας πεζοδρόμια, μανδήλια, τσεμπέρια, βλαχόκαλτσες, τηγάνια, παληοπάπουτσα, αντεριά, κρεμώνται εις καλύβας του αθιγγανικωτέρου είδους, χαλβάδες και ρεβάνς εκτίθενται προ ευπρεπών καταστημάτων, κηπάρια δημοτικά, τα οποία είχον αποκτήσει ολίγους καλούς πρασίνους τόνους ηρημώθησαν, τσόκαρα κροτούν εις τα κέντρα και κραυγαί χωρίων αντηχούν εις τας πλατείας. 

Την στιγμήν, όπου η πόλις μας έβαινε προς την ευπροσωποτέραν εμφάνισίν της, επήλθεν η αρρυθμία, η τσαπατσουλωσύνη, η ασχημία, η βαρβαρότις και έστησαν βάναυσον χορόν εις τα πλέον συχναζόμενα και ευπρεπή μέρη της. Ευθύνην δεν δυνάμεθα να αποδώσωμεν εις τους διαπράττοντας τας ασχημίας ταύτας. Αυτοί όπως ήξευραν και όπως ηδυνήθησαν έπραξαν. Μη έχοντες το αίσθημα της τάξεως δεν ηδύναντο να την εκδηλώσουν, αγνοούντες δε την έννοιαν του καλού δεν ηδύναντο να την φανερώσουν. Την ευθύνην έχουν οι αρμόδιοι, οι εντεταλμένοι δια την υγιεινήν, την τάξιν, την ευπρέπειαν. Αυτών η θέλησις, η μέριμνα έπρεπε να επιβληθή, όπως μη γίνη εμποροπανήγυρις η πρωτεύουσα. Αυτοί ηδύναντο να καθοδηγήσουν και να τακτοποιήσουν πρόσωπα και πράγματα. Αλλά τα αφήκαν να ακολουθήσουν την πλέον τυχαίαν φοράν, να επιβάλλουν την ιδικήν των σφραγίδα της αταξίας, της αρρυθμίας, της ακαταστασίας. Αφού διεπράχθη το ασυγχώρητον σφάλμα της συγκεντρώσεως εις τας δυο πόλεις των Αθηνών και Πειραιώς υπεραρίθμων κατοίκων, εκ του οποίου σφάλματος επήλθον ανθυγιειναί καταστάσεις και αι οικονομικαί δυσμένειαι δι' όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους, δεν εφρόντισαν καν να ρυθμίσουν κάποιαν στοιχειώδη τάξιν. Αφήκαν τους πλέον κεντρικούς εμπορικούς δρόμους να κατακτηθούν υπό του ψιλλικατσιδισμού, αδιαφορήσαντες όχι μόνον προς την ευπρέπειαν αλλά και προς τα συμφέροντα των εμπόρων καταστηματαρχών, οι οποίοι πληρώνουν ακριβά ενοίκια, βαρείς φόρους, μεγάλους δασμούς, ριψοκινδυνεύουν κεφάλαια. 

Ταυτοχρόνως δια της μεταβολής των εμπορικών μας οδών εις μπαγιατοπάζαρα κατέστησαν δυσχερεστάτην την κυκλοφορίαν των διαβατών και των τροχοφόρων. Τα περισσότερα «τυχαία δυστηχήματα» οφείλονται εις την οικτράν αυτήν απόφραξιν των κεντρικών δρόμων. Υπήρχε και υπάρχει τρόπος να μη συμβαίνουν αυταί αι ασχημίαι και αι δυσχέρειαι εις βάρος ενός ολοκλήρου λαού. Κι αυτός δεν είναι κανείς άλλος από τον καταμερισμόν των παραγκών τέλος πάντων, από την δημιουργίαν νέων κέντρων εμπορικής κινήσεως εις τας διαφόρους των δύο πόλεων συνοικίας, αι οποίαι έχουν υπεράριθμον πληθυσμόν σήμερα. Αλλά όπως οι επερχόμενοι σωρηδόν εις τας Αθήνας και τον Πειραιά εννοούν καλά και σώνει να εγκατασταθούν εις τας δύο ταύτας πόλεις, αν και η μέχρι τούδε μόνιμος κατοικία των ήτο κάποιο άγνωστον χωρίον, παρομοίως όλοι ζητούν να καταλάβουν την κεντρικωτέραν θέσιν μαζί με τον ταβλάν των, την παράγκαν των, τα σηκωτάκια των, τα μπακαλαράκια των, τα χαλβαδάκια των, τα γαλακτομπουρεκάκια των, τας τσουράπας και τα ζωνάρια των.

Εφθάσαμεν ούτω να γίνωμεν πόλις του Αφγανιστάν, ενώ δεν υπήρχε κανείς λόγος και ενώ μια τοιαύτη κατάστασις δεν είνε αρετή. Εις όλας τας πόλεις του κόσμου υπάρχει τάξις, ρυθμός, καλαισθησία προς το καθετί, όπως αποτελήται αρμονικόν σύνολον δια το καλό ολων. Δι' αυτήν την τάξιν και τον ρυθμόν ευθύνονται οι αρμόδιοι, επιβάλλοντες την θέλησίν των εις τους πολίτας. Εδώ αντιθέτως αφέθησαν αυτοί ελεύθεροι να δώσουν εις ολόκληρον πόλιν τον άρρυθμον χαρακτήρα των, ο οποίος παρουσιάζεται με δικαιώματα απαραβιάστου ιερότητος. Συνηθίσαμεν τόσον εις τας αθλιότητας ταύτας ως την κανονικήν εκδήλωσιν του αθηναϊκού βίου, ώστε νομίζω ότι θα πρέπει να θεωρώμεν ως αντινομίαν τν εμφάνισιν των αρμοδίων χωρίς σαρίκι. Προτείνομεν, λοιπόν να φορέσουν τούτο όλοι οι δημοτικοί μας άρχοντες, αλλά και μπουρνούζια με το μαρκούτσι του ναργιλέ εις το χέρι. Τι διάβολο άρχοντες της αφγανιστανουπόλεως είναι ούτοι φορούντες λαιμοδέτην και καπέλο.

ΠΡΩΤΕΥΣ

Πηγή: Βραδυνή, 3 Δεκεμβρίου 1923, σ. 1
Έρευνα: Χρύσα Κουτρουμάνου, μέλος της συντακτικής ομάδας του www.logiosermis.net

Σχόλια

Στο logiosermis.net δημοσιεύεται κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφέρει ελεύθερα τις απόψεις του, οι οποίες εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Περισσότερα στις οδηγίες χρήσης.

 
Top